ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ

28 Οκτ. 2019

Η δυνατότητα να ελεγχθούν όλοι οι παράγοντες που μπορεί να σχετίζονται με την ανάπτυξη καρκίνου του μαστού είναι μια προκλητική διαδικασία, η οποία αγγίζει τα όρια του ανυπέρβλητου εμποδίου, όταν φτάνει κάποιος στο σημείο να πρέπει να περιορίσει τις περιβαλλοντικές αιτίες που μπορεί να τον επηρεάσουν.  Στο κομμάτι αυτό είναι πολλοί παράγοντες οι οποίοι απαιτούν ολοκληρωτική αλλαγή στη φιλοσοφία μiας γυναίκας ώστε να μπορέσει να περιορίσει την επιβάρυνση που θα δεχτεί.

Οι αλλαγές που πρέπει να ακολουθήσει μια γυναίκα έχουν να κάνουν με είδη προσωπικής φροντίδας και υγιεινής, με αντικείμενα καθημερινής χρήσης που βρίσκονται μέσα στο σπίτι και με χημικά προϊόντα με τα οποία έρχεται σε επαφή στο εξωτερικό περιβάλλον.   

Αν ξεκινήσουμε να αναφέρουμε τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν ως προς τα είδη προσωπικής φροντίδας θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ότι υπάρχουν πολλές κρέμες, σαπούνια, λοσιόν δέρματος και καλλυντικά τα οποία περιέχουν parabens και φαινοξυαιθανόλη, λειτουργώντας ως συντηρητικά, όμως είναι ουσίες που απορροφώνται 100% από τα δέρμα και όπως αναφέραμε παραπάνω προκαλούν απορύθμιση των ορμονών. Για παράδειγμα αντί μια γυναίκα να κάνει συστηματική χρήση αντηλιακών προϊόντων, προτιμότερο είναι να χρησιμοποιεί ρούχα και καπέλο τις ώρες της έντονης ηλιοφάνειας. Αντί να γίνει χρήση ενυδατικών κρεμών οι οποίες περιέχουν μεγάλο αριθμό ουσιών τις οποίες δε μπορεί κάποιος ούτε να προφέρει, θα ήταν πιο υγιεινό να χρησιμοποιεί βούτυρο ή λάδι καρύδας και λάδι ελιάς. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τα αντικουνουπικά τα οποία μπορούν να αντικατασταθούν από φυσικά αρώματα με αντίστοιχη δράση όπως το λεμονόχορτο, η λεβάντα, ο κέδρος, ο ευκάλυπτος, η μέντα, το γεράνι και το δενδρολίβανο. Αυτές είναι αλλαγές που απαιτούν μεγαλύτερη πειθαρχία και προετοιμασία, αλλά τα οφέλη είναι ανυπολόγιστα.  

Φθαλικές ενώσεις περιέχονται σε παιδικές λοσιόν καθώς και σε πολλά αρώματα, αποσμητικά και αποσμητικά χώρου. Τα περισσότερα αρώματα περιέχουν παραπροϊόντα του πετρελαίου, τα βερνίκια νυχιών περιέχουν επικίνδυνες χημικές ουσίες, ενώ οι αντηλιακές κρέμες περιέχουν συστατικά τα οποία μιμούνται τη δράση των οιστρογόνων. Τα περισσότερα καθαριστικά περιέχουν ξενοοιστρογόνα, ενώ ιδιαίτερα επικίνδυνα είναι  τα απορρυπαντικά πλυντηρίων και τα μαλακτικά, τα οποία επειδή παραμένουν σε ρούχα και πετσέτες έρχονται σε άμεση επαφή με τα σώματα και μπορούν να μεταφερθούν σε όλους τους ιστούς.

Οι χλωρίνες και τα αρωματικά χώρου, αποτελούν μια από τις σημαντικότερες πηγές ανθυγιεινών συστατικών και πρέπει να αποφεύγονται. Για τον καθαρισμό επιφανειών η χρήση ξυδιού ή σόδας θα ήταν μια αποτελεσματική και υγιεινή επιλογή. Έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί για τη βαζελίνη η οποία έχει διαδεδομένη χρήση, τα συστατικά της οποίας αποδείχτηκε  ότι μιμούνται έντονα τη δράση των οιστρογόνων. Η απάντηση σε όλα αυτά, είναι η χρήση βιολογικών προϊόντων αφού πρώτα έχει εξακριβωθεί η πραγματική τους χημική σύσταση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό μια γυναίκα να χρησιμοποιεί όσο σπανιότερα γίνεται προϊόντα που περιέχουν ύποπτα χημικά συστατικά και να ενημερώνεται για τις ανανεωμένες λίστες προϊόντων, οι οποίες περιέχουν επικίνδυνα και καρκινογόνα χημικά συστατικά. Ιστοσελίδες οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τον καθένα για την εύρεση κατάλληλων, υγιεινών και φυσικών προϊόντων είναι η https://www.goodguide.com η οποία αξιολογεί και βαθμολογεί μεγάλο αριθμό προϊόντων ανάλογα με την ασφάλειά τους, η http ://www.safecosmetics.org, η https://www.ewg.org και η http://householdproducts.nlm.nih.gov.

Μέσα στο σπίτι υπάρχουν διάφορες πηγές καρκινογόνων ουσιών, ή διάφορα αντικείμενα τα οποία κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να είναι επικίνδυνα για την υγεία μιας γυναίκας και μέσα της μακροχρόνιας χρήσης να αυξήσουν τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Κατά το μαγείρεμα, την αποθήκευση, την κατάψυξη, την αναθέρμανση και το σερβίρισμα των τροφίμων, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούνται γυάλινα και μεταλλικά δοχεία και πιάτα. Μη χρησιμοποιείτε αντικολλητικά σκεύη και τηγάνια σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, επειδή μπορούν να απελευθερώσουν επιβλαβείς χημικές ουσίες. Αποφύγετε το μαγείρεμα ή τη θέρμανση των τροφίμων σε πλαστικό, ακόμα και αν το δοχείο ισχυρίζεται ότι είναι ασφαλές, γιατί το πολυανθρακικό (και πιο συχνά η δισφαινόλη-Α) που περιέχουν μπορεί με τη λανθασμένη χρήση να απελευθερωθεί.

Τα πλαστικά, ειδικά τα μαλακά πλαστικά, περιέχουν πολλές ενώσεις που θεωρούνται ξενοοιστρογόνα. Οι φθαλικές ενώσεις, ένας τύπος πλαστικοποιητή που χρησιμοποιείται για την παραγωγή μαλακών και εύκαμπτων πλαστικών, είναι ιδιαίτερα γνωστές και χρησιμοποιημένες. Αυτές οι ενώσεις μπορούν να αποσυντεθούν ή να εξατμιστούν με την πάροδο του χρόνου ή σε απόκριση σε υψηλή θερμότητα ή άλλα ερεθίσματα. Οι φθαλικές ενώσεις χρησιμοποιούνται σε μεγάλο αριθμό προϊόντων, σε δοχεία αποθήκευσης τροφίμων, σε συσκευασίες παιδικών παιχνιδιών, σε ορισμένα είδη ρουχισμού και υποδημάτων, σε είδη υγιεινής, σε παρασιτοκτόνα, σε μπιμπερό και ο κατάλογος στην κυριολεξία είναι ανεξάντλητος. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιούνται μόνο τα πλαστικά με τον κωδικό ανακύκλωσης # 1, 2, 4 και 5 και να αποφεύγονται τα πλαστικά με τους κωδικούς ανακύκλωσης # 3, 6 και 7. Το νερό είναι πιο υγιεινό να καταναλώνετε από γυάλινα ή μεταλλικά μπουκάλια, παρά από πλαστικά τα οποία κανείς δε γνωρίζει πως συντηρούνται και αποθηκεύονται. 

Στα πλαίσια της πρόληψης θα πρέπει να ελαχιστοποιηθεί η κατανάλωση τροφίμων μέσα από κονσέρβες. Στις ΗΠΑ, πάνω από το 85% των κονσερβών έχουν επένδυση από δισφαινόλη-Α (BPA), για τη μείωση της μεταλλικής γεύσης που μπορεί να υπάρχει στα κονσερβοποιημένα τρόφιμα. Το BPA είναι ένα γνωστό ξενοοιστρογόνο που απελευθερώνεται όταν εκτίθεται σε θερμότητα, όπως συμβαίνει κατά τη διαδικασία της αποστείρωσης μερικών κονσερβών. Η δισφαινόλη-Α υπάρχει επίσης σε πολλά πλαστικά μπουκάλια μωρών, σε δοχεία αποθήκευσης τροφίμων και σε άλλα προϊόντα. Χρησιμοποιήστε περιτυλίγματα που δεν περιέχουν DEHA και αντικαταστήστε το περιτύλιγμα για τα κρέατα και τα άλλα τρόφιμα μόλις φτάσετε στο σπίτι από το κατάστημα. Η χρήση αλουμινόχαρτου ή η αποθήκευση τροφίμων σε κεραμικά ή γυάλινα δοχεία μπορεί να είναι μια ασφαλέστερη επιλογή.

Eίναι σημαντικό προληπτικό μέσο, να αποφεύγετε τη χρήση φυτοφαρμάκων και μυκητοκτόνων είτε στο σπίτι είτε στο σχολικό περιβάλλον. Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην επαφή τους με όλα τα χημικά που διαταράσσουν το ενδοκρινικό τους σύστημα. Αποφεύγετε το κάπνισμα το οποίο μπορεί να μην έχει συσχετιστεί με αύξηση υποτροπών στον καρκίνο του μαστού, αλλά προκαλεί άλλα προβλήματα υγείας, ενώ αυξάνει τον κίνδυνο θρομβώσεων στις γυναίκες οι οποίες κάνουν ορμονική θεραπεία με ταμοξιφένη.     

Όλα τα χημικά που δρουν επηρεάζοντας το ενδοκρινικό σύστημα θα πρέπει να αποφεύγονται όσο το δυνατόν περισσότερο σε γυναίκες που κυοφορούν και θηλάζουν. Η Δανία για παράδειγμα έχει δημοσιεύσει έναν οδηγό για τις έγκυες γυναίκες σχετικά με τον τρόπο μείωσης της έκθεσης σε περιβαλλοντικές επιβλαβείς χημικές ουσίες οι οποίες μιμούνται τα οιστρογόνα και επηρεάζουν τη λειτουργία του θυρεοειδή.

Για τα περισσότερα συστατικά που καταγράφονται στις λίστες που αναφέραμε παραπάνω δεν έχουν γίνει συστηματικές έρευνες στο κατά πόσο έχουν οιστρογονική ή αντιοιστρογονική δράση, ενώ υπάρχει ένας αριθμός χημικών συστατικών, κάποια εκ των οποίων αναφέρθηκαν, τα οποία είναι αποδεδειγμένο ότι έχουν καρκινογόνα δράση ενώ επηρεάζουν την υγεία και μέσω άλλων μηχανισμών. 

Τέλος είναι χρήσιμο να αποφύγετε το περπάτημα, το τρέξιμο ή το ποδήλατο κατά μήκος πολυσύχναστων δρόμων, όσο είναι δυνατόν, ειδικά όταν οι προβλέψεις δείχνουν υψηλά επίπεδα ρύπανσης. Μειώστε τον χρόνο που διανύετε με το αυτοκίνητο μέσα στην πόλη γιατί ο αέρας που κυκλοφορεί εσωτερικά είναι εξίσου μολυσμένος με το εξωτερικό περιβάλλον. Αν πρέπει να περπατήσετε σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, προσπαθήστε να περπατήσετε μακριά από τις άκρες των πεζοδρομίων στις οποίες τα ποσοστά των καυσαερίων από το αυτοκίνητο είναι αυξημένα.

Προφανώς και είναι ουτοπικό να πιστεύει κάποιος πως μπορεί μια γυναίκα να ελέγξει όλους τους παράγοντες που αναφέραμε. Είναι άλλωστε δεδομένο πως δεν έχουν όλοι συσχετιστεί μέσα από μελέτες για το ρόλο τους στην ανάπτυξη καρκίνου του μαστού,  οπότε θα πρέπει οι πάντες να ενημερώνονται για τα νέα δεδομένα που προκύπτουν κάθε φορά. Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι η μεγάλη σημασία της προσπάθειας για μια γυναίκα, να μειώσει όσο περισσότερο γίνεται τους περιβαλλοντικούς παράγοντες οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την υγεία του μαστού.

 

ΒΙΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Charles A. K. and Darbre P. D., (2013), Combinations of parabens at concentrations measured in human breast tissue can increase proliferation of MCF-7 human breast cancer cells, Journal of Applied Toxicology, 33: 390-398

Cleeland C.S et al., (2003, Are the symptoms of cancer and cancer treatment due to a shared biologic mechanism? A cytokine-immunologic model of cancer symptoms., Cancer, 97, 2919–2925

Cole Thrasher, (2016), How Can Cosmetics Cause Breast Cancer?, International journal of scientific and technology research, 5, 11, 189-191

Darbre, P. D., Charles, A. K., (2010), Environmental Oestrogens and Breast Cancer: Evidence for Combined Involvement of Dietary, Household and Cosmetic Xenoestrogens, Anticancer Research, 30: 815 -828

Freudenheim et al. (1996), Premenopausal Breast Cancer Risk and Intake of Vegetables, Fruits, and Related Nutrients, J Natl Cancer Inst, 88:340-8

Gaudet MM, Gapstur SM, Sun J, Diver WR, Hannan LM, Thun MJ, (2013), Active smoking and breast cancer risk: original cohort data and meta-analysis, J Natl Cancer Inst., 105(8):515–25

Ghavami H., Akyolcu N., (2017), The Impact of Lifestyle Interventions in Breast Cancer Women after Completion of Primary Therapy: A Randomized Study, J Breast Health, 13: 94-99

Herbert V., Das KC., (1994), Folic acid and vitamin Bi2. In: Shils ME, Olson JA,Shike M, editors. Modem nutrition in health and disease, 8th ed. Philadelphia: Lea & Febiger, 402-25

Kruk J.,  (2014), Lifestyle Components and Primary Breast Cancer Prevention, Asian Pac J Cancer Prev, 15 (24), 10543-10555

Myers et al., (2014), Estrogenic and anti-estrogenic activity of off-the-shelf hair and skin care products, Journal of Exposure Science and Environmental Epidemiology, 1–7

Rubin Philip, (2001), Clinical Oncology: A Multi- Disciplinary Approach for Physicians & Students,  8th edition, Saunders

Weiss Marisa,  Joan Ruderman, (2011), Think Pink, Live Green conference, booklet

World Health Organisation Regional Office for Europe, (2010), ‘Who Guidelines for Indoor Air Quality: Selected Pollutants’

 

27 Οκτ. 2019

Οι ενδείξεις δείχνουν ότι οι γυναίκες που έχουν μια ικανοποιητική φυσική κατάσταση και διατηρούνται σωματικά ενεργές, είτε πριν είτε μετά τη διάγνωση, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβιώσουν από έναν καρκίνο του μαστού. Είναι δεδομένο βέβαια πως επειδή είναι δύσκολο να απομονωθεί η φυσική κατάσταση από τους υπόλοιπους παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τα αποτελέσματα, απαιτούνται πιο συστηματικές μελέτες για να επιβεβαιωθούν τα δεδομένα.

Διάφοροι τρόποι και βιολογικές συσχετίσεις έχουν προταθεί ώστε να εξηγηθούν τα αποτελέσματα των ερευνών. Εν συντομία αυτές που επικρατούν είναι ότι η φυσική δραστηριότητα μειώνει το βάρος και την πιθανότητα εμφάνισης παχυσαρκίας (κάτι σημαντικό ιδιαίτερα στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση), μειώνει τη συγκέντρωση των ορμονών, μειώνει την αντίσταση της ινσουλίνης, αυξάνει την οστική πυκνότητα, μειώνει τα επίπεδα της λεπτίνης και της  αδιπονεκτίνης (πρωτεΐνες που συμμετέχουν στο μεταβολισμό), ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα και μειώνει τις φλεγμονές. 

Καταγεγραμμένο είναι το γεγονός, πως από όλους τους παράγοντες του τρόπου ζωής που επηρεάζουν τη μείωση των πιθανοτήτων της υποτροπής, η φυσική δραστηριότητα είναι αυτή που έχει την περισσότερο αποδεδειγμένη δράση. Η μείωση των ενδογενών ορμονών, η μείωση των φλεγμονών και η δράση της στην ινσουλίνη, φαίνεται να αναχαιτίζουν την επανεμφάνιση του καρκίνου του μαστού μετά την αρχική θεραπεία.   

Κάτω από αυτές τις συνθήκες αυτό που προτείνεται στον υγιή πληθυσμό είναι η φυσική δραστηριότητα μέτριας έντασης για 60 περίπου λεπτά ή έντονης δραστηριότητας για 30 λεπτά τη ημέρα, επιπρόσθετα της καθημερινής ενεργοποίησης έτσι ώστε να προληφθεί πιθανή εμφάνιση καρκίνου στον μαστό. 

Σε γυναίκες οι οποίες εμφάνισαν καρκίνο στο μαστό, η θνησιμότητα μειώθηκε δραματικά σε όσες συμμετείχαν σε πρόγραμμα φυσικής δραστηριότητας μετά τη διάγνωση και τη θεραπεία. Η θετική επίδραση φαίνεται να είναι αυξημένη σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση και σε όσες είχαν δείκτη μάζας σώματος παραπάνω από 25. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η επίδραση ήταν ανεξάρτητη από τα επίπεδα της δραστηριότητας πριν τη διάγνωση. 

Παρά την ετερογένεια των συμπερασμάτων, οι ασθενείς προτείνεται να συμμετέχουν σε πρόγραμμα μέτριας φυσικής δραστηριότητας 30 λεπτών το λιγότερο 5 ημέρες την εβδομάδα, ή σε πρόγραμμα αερόβιας άσκησης 75 λεπτών για 3 ημέρες και ενδυνάμωσης βασικών μυϊκών ομάδων τις υπόλοιπες δύο. Τα καλύτερα αποτελέσματα φαίνεται να έχει ένα πρόγραμμα με αερόβιες ασκήσεις και ασκήσεις αντίστασης.    

Μελέτες έχουν δείξει ότι η φυσική δραστηριότητα βελτιώνει τις συναισθηματικές και γνωσιακές λειτουργίες και την αυτοπεποίθηση, μειώνει τις αρνητικές διαταραχές της διάθεσης, μειώνει την κόπωση, αυξάνει τον ποιοτικό ύπνο και βελτιώνει συνολικά την ποιότητα της ζωής της ασθενούς.  

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Cadmus LA, Salovey P, Yu H, Chung G, Kasl S, Irwin ML., (2009), Exercise and quality of life during and after treatment for breast cancer: results of two randomized controlled trials,  Psychooncology, 18(4):343–352

Dieli-Conwright CM, Orozco BZ., (2015), Exercise after breast cancer treatment: current perspectives, Breast Cancer (Dove Med Press), 7:353-62

Ghavami H., Akyolcu N., (2017), The Impact of Lifestyle Interventions in Breast Cancer Women after Completion of Primary Therapy: A Randomized Study,  J Breast Health, 13: 94-99

Kruk J., (2014), Lifestyle Components and Primary Breast Cancer Prevention, Asian Pac J Cancer Prev, 15 (24), 10543-10555

Rubin Philip, (2001), Clinical Oncology : A Multi- Disciplinary Approach for Physicians & Students,   8th edition, Saunders

Weiss Marisa and Ruderman J., (2011), Think Pink, Live Green conference, booklet

 

20 Οκτ. 2019

Η σωστή διατροφή είναι ιδιαίτερα σημαντική για κάθε άνθρωπο, τόσο για την πρόληψη όσο και για την καλύτερη διαχείριση μιας πάθησης. Οι ανάγκες του καθενός διαφέρουν, αλλά υπάρχουν κάποια επιστημονικά δεδομένα που πρέπει να ακολουθούνται, γιατί έχει βρεθεί ότι συσχετίζονται με τον καρκίνο του μαστού. Φυσικά μια διαδικασία διαφοροποίησης των συνηθειών απαιτεί θέληση και καλή οργάνωση, αλλά αυτό είναι ένα προαπαιτούμενο που οδηγεί σε σημαντικά οφέλη. Πρέπει η κάθε γυναίκα να αναθεωρήσει τις διατροφικές της ανάγκες και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε. Πρέπει να κατανοήσει πλήρως τις συμβουλές των ειδικών και να δεχτεί τα πλεονεκτήματα κάθε αλλαγής. Κάθε στιγμή στην καθημερινότητα μας, μπορούμε να ανακατασκευάσουμε τις επιζήμιες καθημερινές συνήθειες και να τις μετατρέψουμε σε ωφέλιμες συνήθειες.  

Κάθε ασθενής με καρκίνο του μαστού πρέπει να αξιολογηθεί από ένα κλινικό διατροφολόγο και να ξεκινήσει την ειδική και εξατομικευμένη διατροφή ακριβώς μετά τη διάγνωση ή στα πρώτα στάδια της θεραπείας. Οι συμβουλές θα πρέπει να έχουν επιστημονική βάση, βασισμένες στα προσωπικά χαρακτηριστικά της ασθενούς, έτσι ώστε να περιοριστούν οι αρνητικές επιπτώσεις της διατροφής στην επιβίωση.      

Η λήψη συμπληρωματικών και εναλλακτικών σκευασμάτων, συμπληρωμάτων διατροφής και φυσικών προϊόντων,  είναι πραγματικά ένα θέμα αντιπαράθεσης, με τα επιστημονικά δεδομένα να είναι ανεπαρκή και αμφιλεγόμενα. Η χρήση τους είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε όσους πάσχουν από χρόνιες παθήσεις, αλλά όσον αφορά τις ογκολογικές διαδικασίες, η λήψη τους μπορεί να είναι προβληματική και να προκληθούν σοβαρές παρενέργειες στους ασθενείς, ειδικά στις περιπτώσεις στις οποίες η χρήση τους γίνεται χωρίς την ενημέρωση ή την άδεια του γιατρού. Πολλές φορές τέτοια σκευάσματα αλληλεπιδρούν με τη χημειοθεραπεία ή την ορμονοθεραπεία, με αποτέλεσμα να αναχαιτίζουν τη θεραπεία, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να εμφανίζουν τοξική δράση ή άλλες αρνητικές επιδράσεις. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι τα φυτο-οιστρογόνα τα οποία αν καταναλώνονται σε μεγάλες ποσότητες, ουδετεροποιούν την αντι-ορμονική θεραπεία στους ορμονοεξαρτώμενους καρκίνους του μαστού. Υπάρχουν αναφορές για χορήγηση αντίστοιχων σκευασμάτων σε μέτριες δόσεις, ακριβώς εξαιτίας της αμφιλεγόμενης χρήσης, ειδικά των συμπληρωμάτων διατροφής κατά τη διάρκεια της θεραπείας από καρκίνο στο μαστό.  Επομένως τα φυσικά προϊόντα μπορεί να έχουν είτε θετικές είτε αρνητικές επιδράσεις, να προάγουν ή να αναστείλουν τη δράση των κλασικών θεραπευτικών σχημάτων. Υπάρχει έλλειψη ποιοτικών επιστημονικών αποδείξεων, και προφανώς τα δεδομένα που προκύπτουν από μελέτες περιπτώσεων δε μπορούν να γενικευτούν. Χρειάζονται επομένως περισσότερες μελέτες οι οποίες να σταθμίσουν τα οφέλη, τη δοσολογία, τις πιθανές αλληλεπιδράσεις και τις παρενέργειες.

Αν κοιτάξουμε πιο προσεχτικά κάποια δεδομένα για συγκεκριμένα συμπληρώματα, θα βρούμε κάποιες ενδείξεις για τη χρήση τους χωρίς να μπορεί όμως αυτή η γνώση να μετατραπεί σε κλινική.  Μέσα σε αυτή τη λογική υπάρχουν έρευνες που συσχετίζουν τα κλασικά θεραπευτικά σχήματα με τη χρήση συμπληρωματικών και εναλλακτικών σκευασμάτων. Η αποδεδειγμένη θετική δράση κάποιων σκευασμάτων, τα κατηγοριοποιεί πλέον στην ομάδα της συμβατικής και όχι της εναλλακτικής θεραπευτικής προσέγγισης. Οι ενδείξεις αυτές είναι προς το παρόν περιορισμένες ως προς την πληθώρα των μελετών και για μικρό αριθμό σκευασμάτων.

Η βιταμίνη D έχει αποδειχτεί ότι αναχαιτίζει τον πολλαπλασιασμό των μαστικών κυττάρων και προάγει τη διαφοροποίηση τους. Επιπλέον φαίνεται ότι παίζει ρόλο στην αναδιαμόρφωση των κυττάρων και την ομοιόσταση τους. Παρά τα αμφιλεγόμενα αποτελέσματα από διάφορες έρευνες, φαίνεται να επικρατεί η άποψη ότι η βιταμίνη D είναι ένας σημαντικός παράγοντας για τον καρκίνο του μαστού. Η χημειοθεραπεία, η ταμοξιφένη και οι αναστολείς της αρωματάσης, μειώνουν την πυκνότητα των οστών και αυξάνουν τον κίνδυνο για κατάγματα. Η έκθεση στον ήλιο και η λήψη βιταμίνης D από τη διατροφή φαίνεται να έχουν ένα ωφέλιμο συνδυαστικό αποτέλεσμα κυρίως σε γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση. Παρόλα αυτά η ποσότητα λήψης βιταμίνης D είτε με τη διατροφή είτε ως συμπλήρωμα είναι κάτι που δεν έχει διερευνηθεί ακόμη.       

Η δράση της βιταμίνης C σχετίζεται με τις αντιοξειδωτικές ιδιότητες που έχει και τη δράση της στο ανοσοποιητικό σύστημα. Έχει βρεθεί αύξηση στον κίνδυνο για εμφάνιση καρκίνου του μαστού εξαιτίας μειωμένων ποσοτήτων βιταμίνης C, αν και αυτή η επίδραση ήταν πιο έντονη στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Η θετική της δράση εμφανίζεται σε συνδυασμό με άλλα διατροφικά στοιχεία, ενώ η λήψη της ως συμπλήρωμα διατροφής δε φαίνεται να επηρεάζει τα ποσοστά κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. 

Σε ασθενείς συχνά προτείνεται να μην λαμβάνουν συμπληρώματα διατροφής βιταμίνης D και C κατά τη διάρκεια χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας εξαιτίας της υπόθεσης ότι τα συγκεκριμένα συμπληρώματα θα ουδετεροποιήσουν τα οφέλη των θεραπειών, εξαιτίας της δράσης τους στις ελεύθερες ρίζες, στις οποίες βασίζονται εν μέρει και η χημειοθεραπεία και η ακτινοθεραπεία. 

Η βιταμίνη Ε θα μπορούσε να παίξει ένα σημαντικό ρόλο μέσω της δράσης της ως αντιοξειδωτικό και μέσω της έκφρασης συγκεκριμένων ογκογονιδίων. Φαίνεται ότι αυτή η προστατευτική δράση αποδεικνύεται όταν η λήψη βιταμίνης Ε γίνεται με τη βρώση λαχανικών.

Το φολικό οξύ θεωρείται ότι μειώνει τις νεοπλασματικές αλλαγές. Το φολικό οξύ είναι απαραίτητο για τη σύνθεση και για τη μεθυλίωση του DNA, τα οποία επηρεάζουν τη ρύθμιση των γονιδίων. Υπάρχουν ενδείξεις για διαφοροποίηση της μεθυλίωσης των υποδοχέων των οιστρογόνων μεταξύ του φυσιολογικού και του καρκινικού μαστικού ιστού.   

Οι φυτικές ίνες μπορεί να επηρεάζουν την πιθανότητα εμφάνισης του καρκίνου του μαστού, μέσω της προαγωγής της επαναρρόφησης στο έντερο, των οιστρογόνων που εκκρίνονται στο χολικό σύστημα. Ενώ υπάρχουν έρευνες που παρουσιάζουν την προστατευτική δράση των φυτικών ινών για τον καρκίνο του μαστού, αυτές έχουν παρουσιαστεί για τις φυτικές ίνες των φρούτων και των λαχανικών και όχι τις αντίστοιχες των σιτηρών. Οι φυτικές ίνες των λαχανικών και των φρούτων διαφέρουν από αυτές των σιτηρών τόσο ως προς τα χημικά τους συστατικά, καθώς και ως προς την αλληλεπίδρασή τους με άλλες φυτικές ίνες.

Γίνεται μια συζήτηση για τη δράση των καροτενοειδών σαν πιθανά χημειοπροστατευτικά συστατικά. Yπάρχουν ενδείξεις για τη μείωση της πιθανότητας ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, ειδικά των αρνητικών στους υποδοχείς οιστρογόνων αλλά είναι ελάχιστες οι έρευνες που αξιολογούν οποιοδήποτε άλλο καροτενοειδές πέρα από το καροτένιο. Το κάθε καροτενοειδές όμως διαφέρει στην αντιοξειδωτική του δράση και στην περιεκτικότητα σε προβιταμίνη Α. Υπάρχουν αποδείξεις για την αντιοξειδωτική δράση του λυκοπενίου, το οποίο δεν εμφανίζει δράση της προβιταμίνης Α.  Οι ισχυροί διπλοί δεσμοί στο μόριο του λυκοπενίου είναι αυτοί που του παρέχουν την έντονη αντιοξειδωτική δράση, η οποία φαίνεται να είναι μεγαλύτερη από αυτή που αποδίδουν στα υπόλοιπα καροτενοειδή.

Η βάση μιας σωστής διατροφής για την πρόληψη και την καλύτερη αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού πρέπει να βασίζεται στη βρώση ποικιλίας λαχανικών, φρούτων, δημητριακών ολικής άλεσης και όσπριων. Η λήψη λαχανικών φαίνεται να μειώνει τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Φαίνεται ότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ουσία που να προσφέρει αυτό το πλεονέκτημα αλλά ο συνδυασμός στοιχείων είναι αυτός που προκαλεί αυτή την αντικαρκινική δράση. Από όλα τα δεδομένα προκύπτει ότι την καλύτερη αντινεοπλασματική δράση την εμφανίζουν τα λαχανικά. Αυτό που πρέπει να προσεχτεί είναι ότι πολλά συστατικά και χημικά που χρησιμοποιούνται στη γεωργία, την επεξεργασία και την αποθήκευση των τροφίμων καταλήγουν στα σώματά μας. Επομένως δεν αρκεί να επιλέξει κάποιος το κατάλληλο τρόφιμο (λαχανικά, φρούτα, πράσινο τσάι, σκόρδα) αλλά πρέπει να επιλέγει και υγιεινές διαδικασίες μέσω των οποίων η τροφή θα φτάσει στο πιάτο μας. Το καλό πλύσιμο βοηθάει στην απομάκρυνση τοξικών ουσιών, αλλά επειδή κάποιες παραμένουν στο εσωτερικό η κατάλληλη επιλογή είναι η αγορά βιολογικών προϊόντων η οποία θα μειώσει την έκθεση των τροφίμων σε καρκινογόνες ουσίες. Επειδή τα βιολογικά προϊόντα είναι ακριβά, θα πρέπει να υπάρχει εναλλακτική λύση, η οποία έχει να κάνει με την αγορά προϊόντων από γνωστό παραγωγό, που θα ξέρει ότι χρησιμοποιούνται όσο λιγότερες χημικές ουσίες γίνεται.

Θα πρέπει να υπάρχει περιορισμός στα κόκκινα κρέατα καθώς και αποφυγή όσο περισσότερο γίνεται των επεξεργασμένων τροφίμων. Η αγορά κρέατος και ψαριών θα πρέπει να γίνεται με πρώτο κριτήριο την εκτροφή τους χωρίς αντιβιοτικά. Η αποφυγή της λήψης ορμονών μέσα από τη διατροφή είναι μια δύσκολη και κοστοβόρα διαδικασία. Η επιλογή όμως δε μπορεί να είναι άλλη πάρα κρέας από ζώα που μεγαλώνουν με βιολογικό τρόπο. Το φαγητό πρέπει να προέρχεται από τη φάρμα και το χωράφι και όχι από το εργοστάσιο. Όταν μαγειρεύει ο καθένας το φαγητό του, γνωρίζει καλά κάθε συστατικό που χρησιμοποιεί. Τα χειροποίητα προϊόντα περιέχουν υψηλής ποιότητας θρεπτικών ουσιών, λιγότερες θερμίδες και λιγότερα συντηρητικά. Τα επεξεργασμένα τρόφιμα είναι πλούσια σε ζάχαρη, αλάτι, ψευδή συστατικά, συντηρητικά και θερμίδες. Αντί για υπερβολική χρήση αλατιού θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν φυτικά αρωματικά για να προσδώσουν καλύτερη γεύση στο φαγητό. Προκλινικές έρευνες έχουν δείξει ότι υπερβολική κατανάλωση υδατανθράκων και λιπών, επηρεάζουν τις μεταβολικές και ορμονικές διεργασίες (αυξάνοντας τα επίπεδα των ενδογενών οιστρογόνων) αυξάνοντας την πιθανότητα μεταστάσεων

Πρέπει η κάθε γυναίκα να αποφεύγει να λαμβάνει μαζικά θερμίδες σε ένα γεύμα. Μία τέτοια λανθασμένη συνήθεια προκαλεί μια σειρά αλλαγών μέσα στο σώμα που μπορεί να οδηγήσουν στην αύξηση της ανάπτυξης του μαστού. Αντιθέτως τα μικρά γεύματα στη διάρκεια της ημέρας, δεν ενεργοποιούν έντονα τα μαστικά κύτταρα και παρέχουν και άλλα πλεονεκτήματα για την υγεία, με το σημαντικότερο από αυτά να είναι η διατήρηση σταθερών ενεργειακών απαιτήσεων, επομένως και ο αποτελεσματικότερος έλεγχος του βάρους. 

Θα πρέπει να αποφεύγονται τα ποτά και τα ενεργειακά τρόφιμα με πλούσια περιεκτικότητα σε ζάχαρη, λιπαρά, και χαμηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες. Πρέπει  ο καθένας να μάθει να αναγνωρίζει τι κρύβεται πίσω από έννοιες που αναγράφονται στα προϊόντα, έτσι ώστε να αναγνωρίζει και να ξεχωρίζει τα φυσικά από τα επεξεργασμένα. Προσπαθήστε να αγοράζετε τρόφιμα ολικής άλεσης επειδή ελευθερώνουν την ενέργειά τους περισσότερο αργά κατά τη διάρκεια της χώνεψης. Η ζάχαρη απελευθερώνει την ενέργειά της πολύ γρήγορα προκαλώντας κορυφώσεις στα επίπεδα ζαχάρου στο αίμα και ορμονική αύξηση, γεγονότα τα οποία πιθανά ενεργοποιούν έντονα τα κύτταρα του μαστού.

Πρέπει η κάθε γυναίκα να αντιληφθεί ότι το νερό που πίνουμε δεν είναι πάντα κατάλληλο. Υπάρχουν παγκοσμίως περιοχές στις οποίες το πόσιμο νερό έχει μεταβάλλει το φύλο των ψαριών από τη μεγάλη ποσότητα οιστρογόνων που περιέχουν.  Μπορεί τα δικά μας σώματα να είναι πιο πολύπλοκα αλλά οι ουσίες που μιμούνται τα οιστρογόνα επηρεάζουν και εμάς. Η λύση δεν είναι το εμφιαλωμένο νερό, γιατί και εκείνο έχει σημαντικά προβλήματα με τη συντήρηση και αποθήκευσή του, με αποτέλεσμα πολλές φορές να είναι ακόμη πιο ανθυγιεινό.  Η λύση είναι η τοποθέτηση συστήματος καθαρισμού του νερού

Υπάρχουν επομένως διάφορες έρευνες που εξετάζουν τη σχέση μεταξύ της κατανάλωσης τροφίμων και του καρκίνου του μαστού, με αμφιλεγόμενα και μεικτά αποτελέσματα. Η επίδραση της διατροφής στην αύξηση του κινδύνου εμφάνισης μαστικής κακοήθους νεοπλασίας και στη μείωση της πιθανότητας για υποτροπή είναι μια ενεργητική ερευνητικά περιοχή. Η αποσαφήνιση των δεδομένων θα συμβεί όταν ελεγχθούν τα χρονικά διαστήματα της έκθεσης σε συγκεκριμένες δραστικές ουσίες, οι αλληλεπιδράσεις με τις θεραπείες και οι διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη μορφή του καρκίνου του μαστού.   

 

BIΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Aghajanpour et al. (2017), Functional foods and their role in cancer prevention and health promotion: a comprehensive review, Am J cancer Res, 7 (4), 740-769

Freudenheim et al., (1996), Premenopausal Breast Cancer Risk and Intake of Vegetables, Fruits, and Related Nutrients, J Natl Cancer Inst, 88:340-8

Fujiki, H., (1999),  Two stages of cancer prevention with green tea,  J Cancer Res Clin Oncol, 125, 589–597

Ghavami H., Akyolcu N., (2017), The Impact of Lifestyle Interventions in Breast Cancer Women after Completion of Primary Therapy: A Randomized Study, J Breast Health, 13: 94-99

Herbert V.,  Das KC. (1994), Folic acid and vitamin Bi2. In: Shils ME, Olson JA, Shike M, editors, Modem nutrition in health and disease, 8th ed. Philadelphia: Lea & Febiger, 402-25

Hines SL, H.K. Jorn, K.M. Thompson, & J.M. Larson, (2010), Breast cancer survivors and vitamin D: a review, Nutrition, 26 (3), 255-62

Jiang Y, Pan Y, Rhea PR, et al., (2016), A sucrose-enriched diet promotes tumorigenesis in mammary gland in part through the 12-lipoxygenase pathway. Cancer Res, 76:24-9

Kruk J.,  (2014), Lifestyle Components and Primary Breast Cancer Prevention, Asian Pac J Cancer Prev, 15 (24), 10543-10555

Limon-Miro et al. (2017), Dietary Guidelines for Breast Cancer Patients: A Critical Review, Adv Nutr, 8:613–23.

Lopes CM, Dourado A., Oliveira R., (2017), Phytotherapy and Nutritional Supplements on Breast Cancer, BioMed Research International

Milner, J.A. (1996), Garlic: its anticarcinogenic and antitumorigenic properties, Nutr Rev,  54 (11 Pt 2), S82-6

Riboli et al. (2003), European Prospective Investigation into Cancer and Nutrition (EPIC): study populations and data collection, Public health Nutrition, 5, (6B), 1113-1124

Schwingshackl  L., Hoffmann G.,  (2015), Adherence to Mediterranean diet and risk of cancer: an updated systematic review and meta-analysis of observational studies,

Cancer Med, 4:1933-47

Rubin Philip, (2001), Clinical Oncology: A Multi- Disciplinary Approach for Physicians & Students,  8th edition, Saunders

Weiss Marisa,  Joan Ruderman, (2011), Think Pink, Live Green conference, booklet

Wong et al. (2010), Use of dietary supplements by breast cancer patients undergoing conventional cancer treatment, Patient Preference and Adherence, 4, 407–414

 

 

 

13 Οκτ. 2019

H ευαισθησία του στήθους της γυναίκας στην ανάπτυξη καρκίνου, οφείλεται πιθανά στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο σχηματίζεται, αναπτύσσεται και λειτουργεί. Η διαδικασία της ανάπτυξης του στήθους προσφέρει τις βάσεις για τη μελλοντική υγεία του.

Μέσα από τη διαδικασία της ανάπτυξης και του πολλαπλασιασμού, το DNA πρέπει να αντιγραφεί ώστε να παραχθούν καινούργια μαστικά κύτταρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, τα κύτταρα του μαστού όπως και τα υπόλοιπα κύτταρα του σώματος, μπορεί να αναπτύξουν γενετικές ανωμαλίες που ονομάζονται μεταλλάξεις. Κάποιες από αυτές τις μεταλλάξεις είναι ύποπτες για το ρόλο τους στην ανάπτυξη καρκίνου του μαστού.

Ο μαστικός ιστός είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος μεταξύ της περιόδου της ολοκλήρωσης της ανάπτυξης του και της πρώτης ολοκληρωμένης εγκυμοσύνης. Ακόμη και αν ο μαστός εξωτερικά φαίνεται πλήρως σχηματοποιημένος, εσωτερικά υπάρχουν κύτταρα που δε θα ωριμάσουν μέχρι την πρώτη ολοκληρωμένη εγκυμοσύνη. Αυτό που έχει σημασία σε αυτή τη διαδικασία είναι ότι τα ανώριμα κύτταρα είναι περισσότερο δραστήρια και αντιδραστικά στις ορμόνες από ότι τα ώριμα κύτταρα.

Αν θέλαμε να αναφέρουμε τους παράγοντες οι οποίοι συσχετίζονται με την εμφάνιση καρκίνου του μαστού θα μπορούσαμε να τους χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες, αυτούς που μπορούν να τροποποιηθούν και όσους δε μπορούν να ελεγχθούν. Υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ο προσδιορισμός των παραγόντων κινδύνου στην πλειοψηφία των καρκίνων του μαστού είναι αδύνατος.  Οι δύο βασικοί παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με τον καρκίνο του μαστού είναι το γυναικείο φύλο και η ηλικία. Υπάρχουν και άλλοι αιτιολογικοί παράγοντες οι οποίοι δεν είναι ελεγχόμενοι όπως το γενετικό υπόβαθρο, το οικογενειακό ιστορικό καθώς και η τάση κάποιων γυναικών να εμφανίζουν καλοήθεις διαταραχές των μαστών. Είναι δεδομένο πως αναφερόμενοι στις αιτίες οι οποίες οδηγούν στον καρκίνο του μαστού, ουσιαστικά αναφερόμαστε και στην πρόληψη του, στις περιπτώσεις στις οποίες οι παράγοντες δυνητικά μπορούν να ελεγχθούν.

Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά τις αιτίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη καρκίνου του μαστού.

Οι σημερινές γυναίκες ζουν περισσότερο από ποτέ. Κατά μέσο όρο οι γυναίκες ζουν περίπου 30 χρόνια παραπάνω από όσο ζούσαν πριν έναν αιώνα. Και ενώ αυτό για το γενικό πληθυσμό είναι ένα πολύ θετικό νέο, δεν είναι θετικό νέο για το στήθος. Η γήρανση είναι ο κύριος παράγοντας εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Η ανομοιογένεια της συχνότητας εμφάνισης μεταξύ των γυναικών πριν και μετά την εμμηνόπαυση είναι δεδομένη. Τα γονίδια μας με το πέρασμα του χρόνου είναι πιθανότερο να αναπτύξουν επιβλαβείς μεταλλάξεις και είναι λιγότερο αποτελεσματικά στο να διορθώσουν τις γενετικές βλάβες. Αν σταματήσουν να λειτουργούν σημαντικά γονίδια, τότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης του καρκίνου.

Η ηλικία έναρξης της περιόδου όπως και αυτή της έναρξης της εμμηνόπαυσης χρησιμοποιούνται για να υπολογιστούν τα αναπαραγωγικά χρόνια μιας γυναίκας. Σε αυτή την περίοδο οι ωοθήκες παράγουν στεροειδείς ορμόνες που επηρεάζουν τη λειτουργία του στήθους. Παρά το γεγονός ότι τα οιστρογόνα είναι απαραίτητα γα την ανάπτυξη, σε κάποιες περιπτώσεις ενισχύουν την εμφάνιση κάποιων μορφών καρκίνου. Η μακροχρόνια επίδραση αυξημένων επιπέδων ενδογενών ορμονών αυξάνουν τα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες που βρίσκονται είτε πριν είτε μετά την εμμηνόπαυση. Αυτό συμβαίνει στους ορμονοεξαρτώμενους καρκίνους, σε αυτούς στους οποίους  βρίσκεται μεγάλο ποσοστό θετικών υποδοχέων οιστρογόνων (ER) και προγεστερόνης (PR). Τις τελευταίες 2 δεκαετίες πολλά κορίτσια ξεκινάνε πολύ νωρίς την εφηβεία τους, ακόμη και στα 7 τους χρόνια, κάτι αρνητικό για διάφορους λόγους.  Όσο νωρίτερα σχηματίζεται το στήθος και επομένως για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εκτίθεται σε διεγερτικούς και ύποπτους παράγοντες, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. O κίνδυνος καρκίνου του μαστού αυξάνεται κατά 5% ανά έτος μικρότερης ηλικίας εμφάνισης περιόδου και 2,9% για κάθε έτος που καθυστερεί η εμμηνόπαυση.     

Η γέννηση παιδιών σε μεγαλύτερη ηλικία έχει βρεθεί ότι αυξάνει το ποσοστό εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Κάτι τέτοιο συσχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης ορμονοεξαρτώμενων όγκων. Μελέτες βρήκαν ότι πρώτη εγκυμοσύνη μετά τα 30 έτη αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης ορμονοεξαρτώμενων καρκίνων κατά 27% σε σχέση με εγκυμοσύνες σε μικρότερη ηλικία. Επιπλέον οι αλλαγές στα πρότυπα γεννήσεων (λιγότερα παιδιά και μεγαλύτερη ηλικία μητέρων) τις τελευταίες δεκαετίες μπορεί να επηρεάσουν τα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού στο μέλλον. Γυναίκες οι οποίες δεν έχουν γεννήσει παιδιά έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, καθώς εμφανίζουν περισσότερους κύκλους περιόδου στη ζωή τους. Αντίθετα γυναίκες οι οποίες είχαν τουλάχιστον 3 εγκυμοσύνες οι οποίες έφτασαν μέχρι την 34η εβδομάδα, παρουσιάζουν κατά 37,7%  λιγότερες πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Η επίδραση του θηλασμού σε σχέση με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού είναι ένα θέμα που συζητιέται έντονα. Υπάρχουν αυξημένες ενδείξεις ότι ο θηλασμός μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης καρκινώματος στο στήθος. Υπάρχουν αναφορές ότι ο θηλασμός μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 39%, και ότι το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σχετίζεται με μείωση της τάξεως του 53%. Ο μειωμένος κίνδυνος του καρκίνου του μαστού εξαιτίας του θηλασμού έχει φυσιολογική βάση καθώς ο θηλασμός ειδικά αν είναι αποκλειστικός, αυξάνει το χρονικό διάστημα στο οποίο η γυναίκα δεν έχει ωορρηξία και περίοδο. Ο θηλασμός σχετίζεται ειδικά με έναν τύπο καρκίνου του μαστού ο οποίος ονομάζεται τριπλά αρνητικός (αρνητικός σε υποδοχείς οιστρογόνων, προγεστερόνης και επιδερμικούς παράγοντες ανάπτυξης 2) και ο οποίος έχει άσχημη πρόγνωση και συμβαίνει κυρίως σε μικρότερης ηλικίας γυναίκες. Ο θηλασμός μειώνει επίσης τον καρκίνο των ωοθηκών σε γυναίκες που είχαν την εμπειρία δύο ολοκληρωμένων εγκυμοσύνων και θήλασαν το κάθε παιδί τουλάχιστον για 6 μήνες.

Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι γύρω από την αιτιολογία και την πρόληψη του καρκίνου του μαστού έχει να κάνει με τις εξωγενείς ορμόνες, είτε αυτές χρησιμοποιούνται για ιατρικούς λόγους, είτε στα προϊόντα κοσμητικής και προσωπικής φροντίδας.

Στην αξιολόγηση της δράσης φαρμακευτικών σκευασμάτων ως ανθρώπινα καρκινογόνα, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για τη συσχέτιση των αντισυλληπτικών χαπιών και της θεραπείας για τον έλεγχο της εμμηνόπαυσης με τον καρκίνο στο μαστό. Οι έρευνες συνδέουν την αυξημένη χρονικά χρήση αντισυλληπτικών με την ανάπτυξη όγκων, αλλά δεν είναι γνωστό αν όλα τα σκευάσματα προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα. Επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι η επίδραση των αντισυλληπτικών είναι ακόμη εντονότερη σε φορείς των μεταλλαγμένων γονιδίων BRCA1 και BRCA2, κάτι που εξηγεί τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο μαστό σε γυναίκες νεαρής ηλικίας που ξεκίνησαν νωρίς τη χρήση αντισυλληπτικών.

Υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός γυναικών που χρησιμοποιούν καθημερινά προϊόντα φροντίδας με στόχο τη βελτίωση της φυσικής εμφάνισης. Οι έρευνες που ασχολούνται με τη συσχέτιση των συστατικών των καλλυντικών και τον καρκίνο του μαστού, είναι ουσιαστικά ελάχιστες. Διάφορες ουσίες (parabens που λειτουργούν σαν συντηρητικά, phthalates στα αρώματα και για τη διατήρηση χρωμάτων, συνθετικά αρώματα, αλουμίνιο στα αρώματα,  τα κραγιόν και κάποιες οδοντόπαστες, φορμαλδεΰδη σε σαπούνια, κρέμες και σκληρυντικό νυχιών , ουσίες που λειτουργούν σαν φίλτρο για την υπεριώδη ακτινοβολία κυρίως στα αντηλιακά, σιλοξάνες στις κρέμες σώματος, αιθανολαμίνες για τον έλεγχο του pH σε πληθώρα προϊόντων) είναι μόνο μερικά παραδείγματα από το μεγάλο αριθμό χημικών συστατικών που χρησιμοποιούνται στην κοσμητική και την προσωπική φροντίδα και λειτουργούν σαν παράγοντες διαταραχής του ενδοκρινικού συστήματος. Επιδημιολογικές και τοξικολογικές μελέτες υποστηρίζουν την άποψη ότι οι συγκεκριμένες ουσίες μιμούνται τα οιστρογόνα. Η καθημερινή έκθεση επομένως σε αυτές τις δυνητικά τοξικές ουσίες, οδηγεί σε ορμονικές ανισσόροπες, διαταραχές του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, τοξικές επιδράσεις στο γενετικό υλικό και υπερπαραγωγή κολλαγόνου. Εξαιτίας αυτών των δεδομένων, η πρόγνωση για τις περισσότερες σύγχρονες γυναίκες που καταναλώνουν καλλυντικά είναι ζοφερή όσον αφορά τη καρκινογένεση του μαστού, διότι οι παραπάνω ουσίες αλληλεπιδρούν με τα επίπεδα οιστρογόνων στο σώμα και οδηγούν σε αλλαγές του μαστικού ιστού, συσχετιζόμενες με τον καρκίνο του μαστού.

Η πιο συχνή αποδεδειγμένη αιτία ανάπτυξης καρκίνου του μαστού είναι διάφοροι κληρονομικοί και γενετικοί παράγοντες. Περίπου το 5-10% των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού φαίνεται να είναι κληρονομικές, προκαλούμενες από γενετικές αλλαγές (μεταλλάξεις), κληρονομήσιμες από τον ένα γονέα. Μεταλλάξεις στα ογκοκατασταλτικά γονίδια BRCA1 και BRCA2 κληρονομούνται με το αυτοσωμικό επικρατές πρότυπο και είναι η πιο συχνή αιτία κληρονομικού καρκίνου του μαστού.  Το παθολογικό γονίδιο μπορεί να κληρονομηθεί είτε από τη μητέρα, είτε από τον πατέρα. Γυναίκες, με συγγενή πρώτου βαθμού με καρκίνο στο μαστό, έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να αναπτύξουν και οι ίδιες. Ο κίνδυνος είναι περίπου 5 φορές μεγαλύτερος σε γυναίκες που έχουν μητέρα και αδερφή με καρκίνο στο μαστό, καθώς και σε γυναίκες με συγγενή που διαγνώστηκε με καρκίνο στο μαστό πριν το 50ο έτος της ηλικίας. Οι γυναίκες με κληρονομικό καρκίνο στο μαστό τον αναπτύσσουν νεότερες από το μέσο όρο. Μεταλλάξεις σε άλλα γονίδια (PTEN, CDH1, TP53, STK11) επιτρέπουν επίσης την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και πολλαπλασιασμό των κυττάρων, όμως είναι λιγότερο συχνές αιτίες κληρονομικού καρκίνου στο μαστό. 

Η παχυσαρκία είναι μια επιδημία της σύγχρονης ζωής και ένας αποδεδειγμένος παράγοντας συσχέτισης με τον καρκίνο του μαστού. Τα τελευταία 30 χρόνια η συχνότητα της παχυσαρκίας στις ΗΠΑ παιδιών και εφήβων έχει τριπλασιαστεί. Περίπου το 20% των κοριτσιών μεταξύ των ηλικιών 12 και 19 είναι παχύσαρκα. Το επιπλέον βάρος και η παχυσαρκία αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού με πολλούς τρόπους. Η υπερκατανάλωση τροφής αυξάνει το σωματικό λίπος, το οποίο με τη σειρά του παράγει οιστρογόνα. Το λίπος επίσης συλλέγει και αποθηκεύει πολλά επιβλαβή στοιχεία από το περιβάλλον τα οποία εξίσου δρουν σαν οιστρογόνα. Η πρόσληψη μεγάλων δόσεων από τροφές υψηλής θερμιδικής αξίας σε καθημερινή βάση, υπάρχει πιθανότητα να πυροδοτήσουν παρόμοιες αλλαγές. Αυτή η επιπλέον ορμονική δραστηριότητα μπορεί να οδηγήσει στην αυξημένη ανάπτυξη του στήθους, πιθανά αυξάνοντας τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Η παχυσαρκία επίσης συνδέεται με χρόνια φλεγμονή των κυττάρων και των ιστών. Η φλεγμονή παράγει χημικές ουσίες που μπορούν να καταστρέψουν τα κύτταρά κάνοντας δυσκολότερο για το ανοσοποιητικό σύστημα να λειτουργήσει φυσιολογικά ώστε να θεραπεύσει τη βλάβη. Μη επιδιορθωμένη κυτταρική βλάβη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Από το σύνολο των καρκίνων του μαστού που διαγνώστηκαν το 2012, το 10% φαίνεται να αποδόθηκε στον υψηλό δείκτη μάζας σώματος (≥ 25 kg/m2 ). Το περίεργο είναι ότι ενώ το αυξημένο βάρος μετά την εμμηνόπαυση προάγει την ανάπτυξη καρκίνου του μαστού, πριν την εμμηνόπαυση λειτουργεί προστατευτικά. Η διαφοροποίηση αυτή αν τελικά αποδειχτεί έγκυρη, πιθανά οφείλεται στις διαφορετικές επιδράσεις των ορμονών στην κυτταρική δραστηριότητα των κυττάρων του μαστού. Πριν την εμμηνόπαυση το λίπος προκαλεί διαταραχές στις ωοθήκες, πιθανά και μείωση των κύκλων της περιόδου και επομένως λιγότερη έκθεση των μαστών στα οιστρογόνα. Μετά την εμμηνόπαυση η υπερβολική ποσότητα λιπώδους ιστού, παράγει οιστρογόνα τα οποία κυκλοφορούν ελεύθερα στο σώμα και αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Ο μοντέρνος τρόπος ζωής έχει μειώσει τη φυσική μας δραστηριότητα, με πολλές ώρες εργασία και χαλάρωση μπροστά την τηλεόραση ενώ παράλληλα μετακινούμαστε όλο και λιγότερο με τα πόδια.  Πολλοί από εμάς δεν ασκούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να βοηθήσουμε την υγεία μας. Η φυσική άσκηση φαίνεται να προστατεύει από την εμφάνιση καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση, ενώ οι ενδείξεις για προστασία πριν την εμμηνόπαυση είναι περιορισμένες. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η καθιστική ζωή φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού είναι η αυξημένη ποσότητα του σωματικού λίπους, ο μεταβολισμός των ενδογενών στεροειδών ορμονών και η αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Έρευνες έχουν προσδιορίσει ότι η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας αυξάνει τον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού κατά 33%.   

Η πυκνότητα του μαστού έχει συσχετιστεί με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Μετα-ανάλυση έχει δείξει ότι πυκνότητα του μαστού πάνω από 5%, σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου και μάλιστα όσο πιο πυκνός ο μαστός τόσο αυξημένα είναι και τα ποσοστά. Μικρότερες γυναίκες (ηλικία 40–49 ετών) με πυκνούς μαστούς διατρέχουν σχεδόν διπλάσιο ποσοστό εμφάνισης καρκίνου από γυναίκες με λιγότερη πυκνότητα. Αν αναλύσουμε τα δεδομένα σε όλες τις ηλικίες θα δούμε ότι γυναίκες με πυκνό μαστό εμφανίζουν 4-6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού από τις υπόλοιπες. Η πυκνότητα του μαστού σχετίζεται με την ηλικία, το γυναικολογικό ιστορικό, το δείκτη μάζας σώματος, ορμονικές θεραπείες και γενετική προδιάθεση. Πέρα από το γεγονός ότι ένας πυκνός μαστός αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο, μειώνει και την ευαισθησία της μαστογραφίας, επομένως δυσκολεύει την πρόωρη του ανίχνευση. 

Οι καταχρήσεις στο τσιγάρο και το ποτό έχουν μια μικρή συσχέτιση με αυξημένα ποσοστό εμφάνισης καρκίνου του μαστού.  Τα ευρήματα για το κάπνισμα δεν είναι ξεκάθαρα αλλά φαίνεται ότι το τσιγάρο αυξάνει σε μικρό ποσοστό τον κίνδυνο. Τα κάπνισμα επηρεάζει με δύο τρόπους, μέσω της άμεσης επίδρασης των τοξικών του ουσιών στα κύτταρα και μέσω της διαταραχής της διαδικασίας της επούλωσης. Κάποιες έρευνες έχουν δείξει ότι το κάπνισμα πριν τη γέννηση του πρώτου παιδιού αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι καπνιστές έχουν 12% περισσότερες πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του μαστού από όσους δεν κάπνισαν ποτέ ή από όσους το σταμάτησαν και ότι οι πρώην καπνιστές εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά σε σχέση με όσους δεν κάπνισαν ποτέ. Το δεδομένο είναι το γεγονός πως το κάπνισμα είναι από τους λίγους παράγοντες που σχετίζονται με τον καρκίνο και τον οποίο μπορεί μια γυναίκα να ρυθμίσει απόλυτα. Η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών από την άλλη έχει συσχετιστεί άμεσα με την εμφάνιση καρκίνου στο στήθος και μάλιστα υπάρχει μια σχέση ποσότητας κατανάλωσης και αύξησης κινδύνου. Υπάρχουν έρευνες που δείχνουν πως το αλκοόλ κάνει περισσότερο ευαίσθητους τους υποδοχείς οιστρογόνων μέσα στο μαστό. Επίσης έρευνες αναφέρουν ότι τα υψηλά επίπεδα αλκοόλ μειώνουν τη δυνατότητα χρήσης του φολικού οξέως. Μια in vitro μελέτη έδειξε ότι το αλκοόλ αύξησε τον οφειλόμενο στα οιστρογόνα πολλαπλασιασμό των κυττάρων ακόμη και χωρίς την ύπαρξη των οιστρογόνων. Για κάθε επιπλέον ποτήρι αλκοόλ την ημέρα ο κίνδυνος αυξάνεται κατά 6,3% στις γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση και 8,1% στις γυναίκες μετά στην εμμηνόπαυση.  

Οι άνθρωποι μετά τη βιομηχανική επανάσταση βρίσκονται σε άμεση επαφή με περιβαλλοντικούς ρύπους (εκτός και εντός σπιτιού, μόλυνση του αέρα, αρωματικά χώρου, καθαριστικά). Αυτά τα χημικά έχουν ανιχνευτεί στον ανθρώπινο μαστικό ιστό σε συγκεντρώσεις που είναι λειτουργικά ικανές να μιμηθούν τη δραστηριότητα των οιστρογόνων και να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού. Η ευρύτατη χρήση συνθετικών χημικών έχει αυξήσει σημαντικά τα ποσοστά εμφάνισης τοξικών ουσιών μέσα στα σώματά μας. Η επίδραση αυτών των ουσιών στην υγεία του μαστού δεν έχει διερευνηθεί πλήρως, αλλά τα δεδομένα που έχουν προκύψει δεν είναι ενθαρρυντικά. Κάποιοι ρύποι καταστρέφουν άμεσα το γενετικό μας υλικό. Άλλοι μιμούνται τα οιστρογόνα ή διακόπτουν τη φυσιολογική ορμονική λειτουργία και οδηγούν σε διαταγμένη ανάπτυξη των κυττάρων του μαστού. Αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, συνήθως εμφανίζεται με την έκθεση του μαστού σε χημικά προϊόντα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής του. Επομένως τα κυήματα όσο είναι ακόμη στη μήτρα και τα κορίτσια στην εφηβεία είναι ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος πληθυσμός στην επίδραση των ορμονικών ενεργών ρύπων. 

Υπάρχουν διάφοροι άλλοι παράγοντες οι οποίοι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο έχουν συσχετιστεί με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Έτσι γυναίκες οι οποίες έχουν εμφανίσει καρκίνο στο μαστό έχουν αυξημένα ποσοστά να εμφανίσουν μια υποτροπή σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.  Ο σύγχρονος τρόπος ζωής με το αυξημένο άγχος και τον περιορισμένο χρόνο ύπνου είναι ένας παράγοντας που διαδραματίζει αρνητικό ρόλο.  Το αυξημένο άγχος οδηγεί σε αυξημένα ποσοστά κορτιζόλης, τα οποία σχετίζονται με αυξημένα επιπέδα γλυκόζης αίματος, διακυμάνσεις του βάρους, και μειωμένη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Η συσχέτιση μεταξύ εμπειρίας αρνητικών ψυχολογικών συμβάντων και κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού, παραμένει ένα ιδιαίτερα αμφισβητούμενο θέμα, η σχέση όμως αυτή θα μπορούσε βιολογικά να είναι πιθανή μέσω ανοσοκατασταλτικής ρύθμισης, βλαβών στο DNA και λανθασμένη διόρθωσή τους, επιρροή στις ενδοκρινικές παραμέτρους, αναστολή της απόπτωσης και εμφάνιση σωματικών μεταλλάξεων. Ο ύπνος από την άλλη μεριά είναι απαραίτητο στοιχεία για να διατηρηθεί ισχυρό το ανοσοποιητικό σύστημα και να επισκευαστούν οι βλάβες της ημέρας. Ο περιορισμένος ύπνος σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα μελατονίνης η οποία είναι απαραίτητη για το φυσιολογικό πολλαπλασιασμό των κυττάρων και έχει αντιοξειδωτική και αντικαρκινική δράση. Υπάρχουν έρευνες που σχετίζουν τη βραδινή βάρδια για τις γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Η έκθεση στην ακτινοβολία (Χ ή γ) είναι επίσης ένας παράγοντας που σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού ιδιαίτερα αν η έκθεση γίνει στην εφηβεία. Η ιονίζουσα ακτινοβολία επηρεάζει το γενετικό υλικό των κυττάρων και επομένως μπορεί να προάγει μια μετάλλαξη η οποία θα αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Η επίδραση των διατροφικών συνηθειών στον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού είναι ετερογενής, αμφιλεγόμενη και ασαφής. Διάφορες έρευνες προσπάθησαν να συσχετίσουν τις τροφές με τον καρκίνο του μαστού αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν πειστικά. Αν σκεφτούμε όμως τους μηχανισμούς ανάπτυξης του καρκίνου του μαστού, η διατροφή θα μπορούσε να επηρεάσει κάθε στάδιο καρκινογένεσης, από τη βλάβη στο DNA και την κυκλοφορία ενδογενών ορμονών, μέχρι την παρουσία τοξικών ουσιών. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η λήψη ανθυγιεινής τροφής επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα επομένως έμμεσα αυξάνει το ρίσκο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία σε σχέση με τη διατροφή, είναι η ανάγκη να διατηρείται το κατάλληλο σωματικό βάρος με στόχο ο δείκτης μάζας σώματος να είναι μεταξύ  18,5–24,9. Τέλος εμφανίζεται μια σύνδεση μεταξύ μειωμένης ποσότητας βιταμίνης D προσληφθείσας από τη διατροφή και αύξησης του κινδύνου για καρκίνο του μαστού.

Ο καρκίνος του μαστού όπως προαναφέραμε, είναι μια σύνθετη, ετερογενής νόσος με διάφορες μορφές, ανάλογα με τους υποδοχείς ορμονών και ποικιλία  χαρακτηριστικών σε κυτταρικό και μοριακό επίπεδο. Είναι λογικό η κάθε μορφή να επηρεάζεται από διαφορετικές αιτίες. Αυτό που φαίνεται όμως να ισχύει είναι ότι υπάρχει ένας συνδυασμός παραγόντων και ότι μηχανισμοί κινδύνου πρέπει να αντιμετωπιστούν ολιστικά. Όσο πιο ενεργητική είναι μια γυναίκα στο να προστατεύσει τον εαυτό της, τόσο περισσότερο μειώνει τις πιθανότητες να νοσήσει από καρκίνο στο μαστό.  

 

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αmerican cancer society, breast cancer facts and figures,(2017),2017-2018 atlanta:cancer society inc

Chowdhury R, Sinha B, Sankar MJ, et al., (2015), Breastfeeding and maternal health outcomes: a systematic review and metaanalysis. Acta Paediatr., 104(467):96-113

Cleeland, C.S et al., (2003),  Are the symptoms of cancer and cancer treatment due to a shared biologic mechanism? A cytokine-immunologic model of cancer symptoms. Cancer, 97, 2919–2925

Cordina-Duverger et al. (2018), Night shift work and breast cancer: a pooled analysis of population-based case–control studies with complete work history, European Journal of Epidemiology, 33(3)

Darbre, P. D. and Charles, A. K., (2010), Environmental Oestrogens and Breast Cancer: Evidence for Combined Involvement of Dietary, Household and Cosmetic Xenoestrogens, Anticancer Research, 30: 815 -828

Dieli-Conwright CM, Orozco BZ., (2015), Exercise after breast cancer treatment: current perspectives. Breast Cancer (Dove Med Press), 7:353-62.

Gaudet MM, Gapstur SM, Sun J, Diver WR, Hannan LM, Thun MJ, (2013), Active smoking and breast cancer risk: original cohort data and meta-analysis, J Natl Cancer Inst., 105(8):515–25

Gram IT, Bremnes Y, Ursin G, Maskarinec G, Bjurstam N, Lund E, (2005), Percentage density, Wolfe’s and Tabár’s mammographic patterns: agreement and association with risk factors for breast cancer, Breast Cancer Res., 7(5):R854–61

Grosse Y, Baan R, Straif K, Secretan B, El Ghissassi F, Bouvard V, et al., (2009),  WHO International Agency for Research on Cancer Monograph Working Group, A review of human carcinogens–Part A: pharmaceuticals, Lancet Oncol., 10(1):13–4.

Gou YJ, Xie DX, Yang KH, et al., (2013), Alcohol consumption and breast cancer survival: a meta-analysis of cohort studies. Asian Pac J Cancer Prev,14:4785-90

Islami F, Liu Y, Jemal A, et al., (2015), Breastfeeding and breast cancer risk by receptor status--a systematic review and meta-analysis,  Ann Oncol. 26(12):2398-407

Kruk Joanna, Lifestyle Components and Primary Breast Cancer Prevention,  Lifestyle Components and Primary Breast Cancer Prevention  15 (24), 10543-10555

Lacey JV Jr, Kreimer AR, Buys SS, et al, (2009), Breast cancer epidemiology according to recognized breast cancer risk factors in the prostate, lung, colorectal and ovarian (PLCO) cancer screening trial cohort., BMC Cancer, 9, 84

Lee IM, Shiroma EJ, Lobelo F, Puska P, Blair SN, Katzmarzyk PT; Lancet Physical Activity Series Working Group, (2012), Effect of physical inactivity on major non-communicable diseases worldwide: an analysis of burden of disease and life expectancy, Lancet, 380(9838):219–29.

Marsden, Paul,  (1999), Review of Thought Contagion: How Belief Spreads through Society., Journal of Artificial Societies and Social Simulation

McCormack V, dos Santos Silva I., (2006), Breast density and parenchymal patterns as markers of breast cancer risk: a meta analysis., Cancer Epidemiol Biomarkers Prev, 15:1159e69

Myers et al., (2014), Estrogenic and anti-estrogenic activity of off-the-shelf hair and skin care products, Journal of Exposure Science and Environmental Epidemiology, 1–7

Psaltopoulou Theodora,Cardoso, F., et al., (2018) [in press])., “Primary breast cancer: ESMO Clinical Practice Guidelines for diagnosis, treatment and follow-up.”, Annals of oncology : official journal of the European Society for Medical Oncology

Rubin Philip, (2001), Clinical Oncology : A Multi- Disciplinary Approach for Physicians & Students,   8th edition, Saunders

Stanton, A.L., Danoff-Burg, S., Cameron, C.L., Bishop, M., Collins, C.A., Kirk, S.B., Sworowski, L.A., & Twillman, R., (2000), Emotionally expressive coping predicts psychological and physical adjustment to breast cancer, Journal of Consulting and Clinical Psychology, 68, 875–882

Tannock I., Bristow R., Harrington L., (2005), The basic science of oncology, 4th edition, McGraw-Hill medical Publishing Division

Thrasher Cole, (2016), How Can Cosmetics Cause Breast Cancer?, International journal of scientific and technology research, 5, 11, 189-191

Weiss Marisa and Ruderman J., (2011), Think Pink, Live Green conference, booklet

Zagouri Flora , Theodoros N. SergentanisAlexandra TsigginouConstantine DimitrakakisGeorge C. ZografosMeletios-Athanassios Dimopoulos,and Theodora Psaltopoulou, Cardoso, F., et al., (2018) [in press])., “Primary breast cancer: ESMO Clinical Practice Guidelines for diagnosis, treatment and follow-up.”, Annals of oncology : official journal of the European Society for Medical Oncology

Σπαντίδος Δ., (1992), Μοριακή και κυτταρική ογκολογία, Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας

 

9 Οκτ. 2019

Η γνώση κάθε γυναίκας για την εικόνα και την αίσθηση του μαστού της, είναι ένα σημαντικό κομμάτι της υγείας του. Κανένας άλλος απτικά και οπτικά δε γνωρίζει το στήθος της όσο η ίδια, επομένως η ενασχόληση μαζί του σε επίπεδο πρόληψης και έγκαιρης εύρεσης της παραμικρής διαφοροποίησης είναι μεγάλης σημασίας. Η γνώση αυτή φυσικά και δεν αντικαθιστά τις απεικονιστικές τεχνικές, απλά μπορεί να κινητοποιήσει γρηγορότερα μια γυναίκα, έτσι ώστε να βρεθεί σε αρχικό στάδιο πιθανός καρκίνος του μαστού. 

Ο έλεγχος του μαστού, περιλαμβάνει μια σειρά από διαδικασίες στις οποίες περιλαμβάνονται η αυτοεξέταση, η κλινική εξέταση από εξειδικευμένο μαστολόγο, η μαστογραφία, ο υπέρηχος, η απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (MRI) και η βιοψία, η οποία τις περισσότερες φορές είναι η τεχνική που επιβεβαιώνει την ύπαρξη καρκίνου.

Η αυτό-εξέταση μαστού πρέπει να γίνεται από τη γυναίκα κάθε μήνα, με μεγάλη προσοχή και σχολαστικότητα. H γυναίκα πρέπει να επιλέγει ένα χώρο ιδιωτικό, χωρίς ερεθίσματα τα οποία θα αποσπούν την προσοχή της, μπροστά σε μεγάλο καθρέπτη και γυμνή από τη μέση και πάνω.

Η αυτοεξέταση θα πρέπει να γίνεται μετά το 20ο έτος ηλικίας μηνιαία. Στις γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση θα πρέπει να γίνεται μεταξύ της 7ης και 14ης ημέρας του κύκλου, ενώ για τις γυναίκες που βρίσκονται στην εμμηνόπαυση θα πρέπει να γίνεται την ίδια περίπου μέρα κάθε μήνα.

Η εξέταση θα πρέπει να γίνεται σε 2 βασικές θέσεις, στην όρθια και στην ύπτια κατάκλιση. Στην όρθια θέση η γυναίκα πρέπει να βρίσκεται μπροστά από τον καθρέπτη, με τα χέρια πάνω από το κεφάλι και ακολούθως με τα χέρια στη λεκάνη. Θα πρέπει να στρέφεται ώστε να έχει καλή οπτική αντίληψη όλων των  περιοχών και να παρατηρεί με προσοχή για οποιαδήποτε διαφοροποίηση ή ασυμμετρία. Το ίδιο θα κάνει και σκύβοντας μπροστά. Θα πρέπει να αξιολογήσει περιοχές ερυθρότητας, περιοχές στις οποίες το δέρμα είναι ζαρωμένο, με πτυχές, εισολκές και ορατούς όζους. Σημαντικό κομμάτι αποτελεί και η παρατήρηση της εικόνας της θηλής κατά την οποία κυρίως πρέπει να αξιολογηθεί η αλλαγή θέσης της θηλής και πιθανή εισολκή της.

Ακολουθεί η ψηλάφηση των δύο μαστών στην όρθια θέση και στην ύπτια κατάκλιση. Η πιο καλή στρατηγική είναι η χρήση του δεξιού χεριού για να αισθανθεί η γυναίκα το αριστερό στήθος της και του αριστερού χεριού για το δεξί στήθος. Πρέπει να χρησιμοποιείται μια σταθερή, ομαλή αφή κρατώντας τα δάχτυλα επίπεδα και ενωμένα. Είναι σημαντικό να υπάρχει ψηλάφηση και όχι ανύψωση του στήθους. Η πιο εύκολη τεχνική είναι η ψηλάφηση μέσω κυκλικών κινήσεων μεγέθους περίπου ενός τετάρτου. Πρέπει να καλυφθεί ολόκληρο το στήθος από πάνω προς τα κάτω και από τη μία πλευρά στην άλλη. Είναι ωφέλιμο να ακολουθείται ένα μοτίβο για να υπάρχει δεδομένη κάλυψη ολόκληρης της επιφάνειας τους στήθους. Η ψηλάφηση μπορεί να ξεκινήσει από τη θηλή και μέσω μεγαλύτερων σταδιακά κύκλων να φτάσει η γυναίκα μέχρι τα εξωτερικά άκρα του μαστού ή εναλλακτικά να χρησιμοποιηθεί μετακίνηση  των δακτύλων πάνω και κάτω κατακόρυφα, σε σειρές. Πρέπει να υπάρχει αντίληψη ολόκληρου του ιστού επομένως για τις βαθύτερες δομές θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ανάλογη κάθε φορά πίεση.

Τελειώνοντας τη ψηλάφηση είναι χρήσιμη η αξιολόγηση των μασχαλών για πιθανή εύρεση πρησμένων λεμφαδένων. Υπάρχουν πολλά βίντεο στο internet τα οποία θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν μια γυναίκα για το σωστό τρόπο ψηλάφησης.

Αυτό που είναι πολύ σημαντικό να ξέρει η κάθε γυναίκα που εκτελεί μια αυτό-εξέταση είναι να μην πανικοβάλλεται αν αισθανθεί έναν όζο στο στήθος της. Οι περισσότερες γυναίκες έχουν κάποιους όζους στο στήθος ή κάποιες οζώδεις περιοχές, οι οποίες στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι καλοήθεις και δεν απαιτούν κάποια παρέμβαση πέρα από την παρακολούθηση.

Η μαστογραφία είναι μια απεικονιστική μέθοδος η οποία χρησιμοποιεί χαμηλής δόσης ακτινοβολίας Χ και μπορεί να εντοπίσει καρκίνους ακόμη και σε αρχικό στάδιο. Η τομοσύνθεση του στήθους, η οποία αλλιώς ονομάζεται και τρισδιάσταση μαστογραφία είναι μια εξελιγμένη μορφή απεικόνισης του μαστού, στην οποία πολλαπλές εικόνες από διάφορες γωνίες συνθέτονται σε μια τρισδιάστατη εικόνα.

Αν η μαστογραφία δείξει κάτι ύποπτο ο γιατρός θα διερευνήσει περαιτέρω το αποτέλεσμα. Η μαστογραφία μπορεί να διακρίνει ασβεστοποιήσεις (συχνά το πρώτο σημάδι προκαρκινικής βλάβης) ή μια καρκινική μάζα. Σημαντική για την αποτελεσματικότητα της μαστογραφίας είναι η κατηγοριοποίηση της πυκνότητας του μαστού. Όσο πιο πυκνός είναι ο μαστός τόσο πιο δύσκολα βρίσκεται μια παθολογία. Συνολικά οι μαστογραφίες ελέγχου δε βρίσκουν περίπου τον 1 στους 5 καρκίνους του μαστού. Διάφορες έρευνες έχουν αναλύσει τα δεδομένα και την αποτελεσματικότητα των μαστογραφιών στην πρόωρη εύρεση καρκινικών όγκων, με αιτία αντιπαράθεσης την ακτινοβολία και τη συσχέτιση της με την ανάπτυξη καρκίνου. Τα αποτελέσματα των ερευνών φαίνεται να επιβεβαιώνουν  την αξία της μαστογραφίας, καθώς το κέρδος από μια πρόωρη εύρεση καρκίνου είναι πολύ μεγαλύτερο, από την πιθανότητα της δημιουργίας καρκίνου από την ακτινοβολία. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η μαστογραφία είναι μια μέθοδος ανίχνευσης και όχι πρόληψης του καρκίνου του μαστού. Μία καθαρή μαστογραφία δε εξασφαλίζει σε κανένα ότι θα είναι εξίσου καθαρή και το επόμενο έτος. Αναμφισβήτητα υπάρχουν ερωτηματικά για το κατά πόσο η μείωση της θνησιμότητας από τον καρκίνο του μαστού οφείλεται στην πρόωρη διάγνωση από τη μαστογραφία, καθώς υπάρχουν αναφορές ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει σε ποσοστό 0-5% και ότι το μεγάλο ποσοστό της μείωσης της θνησιμότητας σε γυναίκες κάτω των 50 ετών ανεξάρτητα από το στάδιο, οφείλεται περισσότερο στις εξελίξεις ως προς τη θεραπευτική αντιμετώπιση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι το αντίστοιχο ποσοστό της μείωσης της θνησιμότητας εξαιτίας της μαστογραφίας φτάνει στο 20%.

Ένα από τα μειονεκτήματα της μαστογραφίας είναι ότι οδηγεί σε υπερδιάγνωση, στη διάγνωση δηλαδή μιας κατάστασης η οποία δε θα οδηγούσε ούτε σε συμπτώματα, ούτε σε θάνατο. Επιπρόσθετα η υπερδιάγνωση έχει σαν αποτέλεσμα επακόλουθη θεραπεία ενώ κάτι τέτοιο δε θα χρειαζόταν. Είναι δεδομένο όμως ότι δε θα μπορούσε να αξιολογηθεί αν ένα in situ καρκίνωμα ή ένας διηθητικός καρκίνος θα αυξηθεί ή θα εξαπλωθεί, και επομένως όλες οι αντίστοιχες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με τις γυναίκες να εκτίθενται στις αντίστοιχες παρενέργειες. Έρευνες έχουν εμφανίσει τα ποσοστά της υπερδιάγνωσης να είναι της τάξεως του 30% για γυναίκες 40-49 ετών και 20% για γυναίκες 50-59 ετών. Υπάρχει ένα ηθικό ζήτηση σε σχέση με το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν είναι πληροφορημένες για το συγκεκριμένο φαινόμενο, για την αντιμετώπιση του οποίου αυτό που απαιτείται είναι καλύτερη και πληρέστερη ενημέρωση από το μαστολόγο της.

Ένα ποσοστό της τάξεως του 5 έως 15 % απαιτεί περισσότερους ελέγχους μετά την αρχική ύποπτη μαστογραφία, είτε με επανάληψη είτε με χρήση υπέρηχου και αυτό γιατί υπάρχει ένα αυξημένο ποσοστό λανθασμένα θετικών μαστογραφιών. Τα επαναληπτικά τεστ τις περισσότερες φορές βγαίνουν αρνητικά, αλλά ήδη έχουν αυξήσει τα επίπεδα άγχους της γυναίκας οδηγώντας την παράλληλα να πιστεύει ότι έχει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Η επίδραση αυτή είναι ακόμη πιο έντονη αν η γυναίκα υπερδιαγνωστεί, λάβει θεραπεία για καρκίνο στο μαστό χωρίς να χρειάζεται και ταυτόχρονα ζήσει την υπόλοιπη ζωή της με το άγχος ότι είναι καρκινοπαθής.

Για τη μεγαλύτερη χρησιμότητα της μαστογραφίας δημιουργήθηκε και χρησιμοποιείται το σύστημα αξιολόγησης BI-RADS για να περιγραφούν τα αποτελέσματα. Η κλίμακα ξεκινάει από το 0 και φτάνει μέχρι το 6, με το 0 να αναφέρεται σε αλλοιώσεις που δεν είναι ξεκάθαρες και θα χρειαστούν επιπλέον εξετάσεις, το 1 να αντιστοιχεί σε αρνητική μαστογραφία χωρίς δηλαδή ένδειξη κάποιας μάζας, το 2 να υποδηλώνει την ύπαρξη μιας καλοήθους μάζας από εκεί και πέρα να αξιολογούνται περισσότερο ύποπτες δομές με τη μεγαλύτερη αρίθμηση να αντιστοιχεί σε αυξημένες πιθανότητας η ύποπτη δομή να είναι καρκίνος του μαστού, ενώ το 6 χρησιμοποιείται για ευρήματα που ήδη έχουν διαγνωστεί ως καρκινικά και χρησιμοποιείται για αξιολόγηση στην ανταπόκριση της θεραπείας.

Με βάση τα δεδομένα που προκύπτουν από τις συστηματικές μελέτες, ο Π.Ο.Υ. προτείνει τον προληπτικό έλεγχο με μαστογραφία από την ηλικία των 40 ετών, με επαναληπτικά τεστ κάθε 2 έτη εκτός αν υπάρχουν ύποπτα ευρήματα. Η Αμερικανική εταιρία χειρουργών προτείνει ετήσια μαστογραφία από τα 40 έτη, με την ηλικία έναρξης του ελέγχου να γίνεται ακόμη μικρότερη (30) στις γυναίκες υψηλού κινδύνου. Για τις ηλικίες 40-49 ετών λόγω των μικρών ποσοστών εμφάνισης του καρκίνου του μαστού και της μικρότερης ευαισθησίας της μαστογραφίας εξαιτίας της ποιότητας των μαστών, τα απόλυτα οφέλη είναι μικρότερα. Τα δεδομένα αναφέρουν ότι οι γυναίκες μεταξύ 50 και 69 ετών είναι αυτές που ωφελούνται περισσότερο από ένα οργανωμένο, βασισμένο στον πληθυσμό πρόγραμμα ανίχνευσης μέσω μαστογραφιών.

Ο υπέρηχος είναι μια ακόμη μέθοδος απεικόνισης, η οποία χρησιμοποιεί υψηλής συχνότητας ηχητικά κύματα και παράγει μια εικόνα του εσωτερικού του σώματος. Μπορεί να αξιολογήσει τόσο την περιοχή του μαστού όσο και της μασχάλης και να αποκαλύψει εάν μια μάζα είναι συμπαγής ή μια κύστη γεμάτη υγρό, η οποία τις περισσότερες φορές δε χρειάζεται θεραπεία. Σε γυναίκα με ιστορικό, προτείνεται να ξεκινήσει εξέταση με υπέρηχο 10 χρόνια πριν την ηλικία που νόσησε η συγγενής της, αν φυσικά η ηλικία δεν υπερκαλύπτεται από τις υπάρχουσες διεθνείς συστάσεις.

Βασισμένοι στη βιβλιογραφία μπορούμε να σημειώσουμε ότι η προσθήκη του υπέρηχου σε ένα πρόγραμμα ελέγχου σε ασυμπτωματικό πληθυσμό γυναικών με πυκνούς μαστούς, ανιχνεύει επιπλέον καρκινικούς όγκους από τη μαστογραφία μόνη της. Πέρα από αυτό, το ακριβές κλινικό πλεονέκτημα σε σχέση με την αύξηση της επιβίωσης δεν είναι ακόμη γνωστό.  Ο υπέρηχος φαίνεται να οδηγεί σε αύξηση της συχνότητας των βιοψιών, ενώ παρουσιάζει λανθασμένες θετικές διαγνώσεις για καρκίνο, κάτι που προκαλεί ψυχολογική επιβάρυνση στη γυναίκα. Ο υπέρηχος έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από τη δισδιάστατη ή τρισδιάστατη μαστογραφία, παρόλα αυτά ο συνδυασμός μαστογραφίας και τομοσύνθεσης φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικός στην ανίχνευση καρκινικών όγκων. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι δύο προσεγγίσεις παίζουν έναν συμπληρωματικό ρόλο στον προσδιορισμό μαστικών αλλοιώσεων. 

Η μαγνητική τομογραφία (MRI) είναι μια τεχνική απεικόνισης η οποία χρησιμοποιεί μαγνητικά πεδία και ραδιοκύματα ώστε να παραχθούν λεπτομερείς εικόνες από το εσωτερικό του σώματος. Συνήθως δεν αποτελεί μέρος μιας διαδικασίας ελέγχου, αλλά έχει πλεονεκτήματα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως είναι σε μη διαγνωσμένη αρχική βλάβη, σε βλάβες με υποψία συμμετοχής του θωρακικού κλωβού, σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (οικογενειακό ιστορικό, μετάλλαξη στα γονίδια BRCA), σε εμφυτεύματα στήθους, σε ασθενείς με λοβιακό καρκίνο, αν υπάρχει υποψία πολλαπλών όγκων και για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της χημειοθεραπείας.

Για την ανίχνευση καρκίνων στο αρχικό στάδιο η μαγνητική τομογραφία φαίνεται να υπερέχει από τις άλλες τεχνικές απεικόνισης σε πληθυσμό υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη καρκίνου στο μαστό, αλλά πιθανά και για γυναίκες μέτριου κινδύνου. Η συμπληρωματική χρήση μαστογραφίας ελάχιστα αυξάνει την ανίχνευση καρκινικών όγκων, ενώ η πρόσθετη χρήση υπερήχου δεν προτείνεται. Η πρόωρη διάγνωση καρκίνου του μαστού μέσω της MRI φαίνεται να μεταφράζεται σε βελτιωμένα ποσοστά επιβίωσης, πρέπει όμως να αναφερθεί ότι η MRI έχει μεγάλη ευαισθησία και επομένως πολλές φορές οδηγεί σε λανθασμένα θετικά ευρήματα και σε υπερδιάγνωση.

Η σχετικά μειωμένη αναγνώριση της μαγνητικής τομογραφίας οφείλεται εν μέρει στην περιορισμένη διαθεσιμότητα μαγνητικών τομογράφων, στη ψυχολογική πίεση που ασκεί στον ασθενή που θα εξεταστεί, αλλά κυρίως στο υψηλό κόστος της εξέτασης.   

Όταν οι προηγούμενες τεχνικές απεικόνισης ανιχνεύσουν μια ύποπτη μάζα, τότε πραγματοποιείται βιοψία με καθοδήγηση από υπέρηχο, για να διαγνωστεί ο καρκίνος και να γίνει ο καταλληλότερος σχεδιασμός της θεραπευτικής αντιμετώπισης. Αυτό που συνήθως πραγματοποιείται είναι η βιοψία σκληρής βελόνης ώστε το υλικό που θα ληφθεί να είναι ιστολογικό και όχι κυτταρικό και επομένως να έχει μεγαλύτερη ακρίβεια. Αν μια μαστογραφία αξιολογηθεί με 4 ή 5 στην κλίμακα BIRΑDS τότε πραγματοποιείται βιοψία για να προσδιοριστεί η φύση του ευρήματος. Ταυτόχρονα με τη βιοψία, συνήθως τοποθετείται ένα ανοξείδωτο clip μέσα στον καρκινικό όγκο, ώστε να βοηθήσει τον χειρουργό να αφαιρέσει ολόκληρη την νεοπλασία κατά τη διάρκεια του χειρουργείου. Η βιοψία δίνει σημαντικές πληροφορίες στο γιατρό γύρω από τον τύπο του καρκίνου και επομένως θα καθορίσει και το θεραπευτικό σχεδιασμό.   

Είναι εύκολο από τα παραπάνω, να αντιληφθεί κάποιος την αξία των ψηλάφησης και των απεικονιστικών εξετάσεων για την ανίχνευση της νόσου  σε πρώιμο στάδιο. Παρά το μειονεκτήματα που εμφανίζουν οι απεικονιστικές τεχνικές, το όφελος μιας διάγνωσης στα αρχικά στάδια είναι ιδιαίτερα ισχυρό. Οι σύγχρονες γνώσεις του γιατρού και το επιστημονικό του επίπεδο, είναι τα στοιχεία τα οποία θα καθορίσουν το πλάνο προληπτικής εξέτασης και επανεξετάσεων μετά τη θεραπεία, για κάθε γυναίκα ξεχωριστά.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αmerican cancer society, (2017), Βreast cancer facts and figures, Αtlanta: cancer society inc 2017

Autier P et al., (2017), Effectiveness of and overdiagnosis from mammography screening in the Netherlands: population based study, BMJ, 359   

Baines C., MIller T., (2016), Revised estimates of overdiagnosis from the Canadian NBSS, Preventive Medicine, 90, 66-71  

Bowles D., (2016), The Use of Ultrasound in Breast Cancer Screening of Asymptomatic Women with Dense Breast Tissue: A Narrative Review, Journal of Medical Imaging and Radiation Sciences, 47, S21-S28

Collaborative Group on Hormonal Factors in Breast Cancer, (2012),  Menarche, menopause, and breast cancer risk: individual participant meta-analysis, including 118 964 women with breast cancer from 117 epidemiological studies, Lancet Oncol., 13(11):1141–51

Durham NC, Systematic review of cancer screening literature for up dating American Cancer Society breast cancer screening guidelines., (2014), Duke Clinical Research Institute

Elmore J., Fletcher S., (2012), Overdiagnosis in Breast Cancer Screening: Time to Tackle an Underappreciated Harm, Ann Intern Med., 3, 156(7): 536–537

Gram IT, Bremnes Y, Ursin G, Maskarinec G, Bjurstam N, Lund E (2005). Percentage density, Wolfe’s and Tabár’s mammographic patterns: agreement and association with risk factors for breast cancer. Breast Cancer Res. 7(5):R854–61

Huay-Ben Pan, (2016), The Role of Breast Ultrasound in Early Cancer Detection, Journal of Medical Ultrasound,1e4

McCormack VA, dos Santos Silva I (2006). Breast density and parenchymal patterns as markers of breast cancer risk: a meta-analysis., Cancer Epidemiol Biomarkers Prev., 15(6):1159–69.

Monticciolo DL, Newell MS, Moy L et al., (2018), Breast cancer screening in women at higher-than-average risk: Recommendations from the ACR., J Am Coll Radiol., 15(3 Pt A):408-414

Ohuchi N, Suzuki A, Sobue T, et al., (2016), Sensitivity and specificity of mammography and adjunctive ultrasonography to screen for breast cancer in the Japan Strategic Anti-cancer Randomized Trial (J-START): A randomized controlled trial., Lancet., 387(10016):341-348.

Ritse M. et al (2019), Contrast-Enhanced MRI for Breast Cancer Screening, Journal of Magnetic Resonance Imaging, , Aug;50(2):377-390

Rosner B, Colditz GA (1996)., Nurses Health Study: log-incidence mathematical model of breast cancer incidence., J Natl Cancer Inst., 88(6):359–64.

Roth Mara, Joann G. Elmore, Joyce P. Yi-Frazier, Lisa M. Reisch, Natalia V. Oster, Diana L. Miglioretti (2011), Self-Detection Remains a Key Method of Breast Cancer, J Womens Health, 20(8): 1135–1139

Rubin Philip, (2001), Clinical Oncology : A Multi- Disciplinary Approach for Physicians & Students,  8th edition, Saunders

Shivpoojan Kori, Epidemiology international journal An Overview: Several Causes of Breast Cancer Epidemol Int J An Overview: Several Causes of Breast Cancer , Volume 2,  Issue 1

Tannock I, Bristow R, Harrington L, (2005), The basic science of oncology, 4th edition, McGraw-Hill medical Publishing Division

Weiss Marisa, Ruderman J., (2011), Think Pink, Live Green conference, booklet

Σπαντιδος Δ., (1992), Μοριακή και κυτταρική ογκολογία, Iατρικές εκδόσεις Λίτσας