9 Σεπ. 2017

ΠΡΟΩΡΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ (σουρεαλιστική-μυθιστορηματική προσέγγιση)

Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη τον πεζό μας εαυτό και ας σύρουμε στην επιφάνεια του νου μας ότι πιο σουρεαλιστικό κρύβουμε μέσα μας. Ας φανταστούμε ότι έχουμε μπροστά μας ένα άδειο χώρο στον οποίο πρέπει να χτίσουμε μια νέα πόλη, στην τοποθεσία κάπου, τη χρονική στιγμή κάποτε. Μια πόλη όπως εμείς την οραματιζόμαστε, με τα κομψοτεχνημένα κτίρια της, τους μαγευτικούς κήπους της, το σαγηνευτικό της ποτάμι να τη διασχίζει ακριβώς στη μέση σα μία επιμήκη σχισμή και ένα οδικό σύστημα εύκολο στην απομνημόνευση και τη λειτουργικότητα του. Για αρχή έχουμε ένα χάρτη, μια γενική εικόνα του πως θα είναι η πόλη μας, τους εργάτες, οι οποίοι ακούραστα θα κάνουν πράξη τα υπερφίαλα σχέδιά μας και τους υπόλοιπους κατοίκους, το κλιματικό περιβάλλον και το γεωγραφικό σημείο, των οποίων οι ανάγκες και τα χαρακτηριστικά θα σχηματοποιήσουν την τελική εικόνα της πόλης και θα την κάνουν λειτουργική.

Πληθώρα υλικών, κατασκευών, κτιρίων, δρόμων να ξεπετάγονται από το πουθενά. Μια γενικότητα όπως ο χάρτης μας δε μπορούσε κατ’ ουδένα τρόπο να οδηγήσει σε μια ακρίβεια. Δρόμοι που δεν οδηγούν πουθενά, δρόμοι που ενώνονται με άλλους και ξανά πίσω στον εαυτό τους. Ένα χάος, απαραίτητο, αλλά χάος. Και τότε πρέπει να λάβεις μια απόφαση. Να καλέσεις όλους τους παράγοντες κοντά σου και να αποφασίσετε τι θα γκρεμίσετε, τι θα διατηρήσετε, ώστε κάθε δρόμος να οδηγεί κάπου, και κάθε κτίριο να έχει ένα σκοπό. Γκρεμίσματα, χαλάσματα, μα μέσα από τις σκόνες, ανατέλλει μια πόλη με αψεγάδιαστη ρυμοτομία. Τα πάντα λειτουργικά, οριοθετημένα, επιμελώς προσεγμένα. Μια πόλη με πραγματική ποιότητα ζωής.

Τι θα μπορούσε να συμβεί όμως αν ένας εξωτερικός παράγοντας καταστρέψει κομμάτι της πόλης και αλλοιώσει τη συνέχεια και την αλληλεπίδρασή των δομών της; Κάποιοι δρόμοι θα είναι πλέον αδιέξοδα και κάποια κτίρια μη επισκέψιμα. Μα ποιος θα μπορούσε να ζήσει σε μια πόλη, της οποίας δρόμοι δεν οδηγούν πουθενά, ποιος θα μπορούσε να ζήσει σε μια πόλη που είτε δεν έχει, είτε δε μπορείς να προσεγγίσεις το σχολείο, το νοσοκομείο, το κέντρο ψυχαγωγίας. H πόλη θα ερήμωνε και εσύ με το χάρτη στο χέρι θα αναρωτιόσουν γιατί τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα φανταζόσουν. Το συμπέρασμα στο οποίο θα κατέληγες μετά από μέρες ανάλυσης και αυτοκριτικής θα ήταν ότι την κρίσιμη στιγμή, λίγο μετά την καταστροφή άφησες τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους.

Άφησες τη μοίρα να σε καθοδηγήσει και όχι να την καθοδηγήσεις εσύ. Δε σκέφτηκες να χτίσεις δρόμους παράλληλα με τους κατεστραμμένους, να χρησιμοποιήσεις έστω το ένα ρεύμα κυκλοφορίας, να ανοίξεις καινούργια μονοπάτια εκεί που υπήρχαν απάτητοι κήποι, να μεταφέρεις το νοσοκομείο σε κτήριο που μέχρι τότε στεκόταν αχρησιμοποίητο, να χρησιμοποιήσεις τον πρώτο όροφο στο παλιό κτήριο του μισογκρεμισμένου δημαρχείου. Δε θα γινόταν οι συνθήκες ποτέ ίσως όπως πριν, η πρότερη τελειότητα ίσως πλέον να φάνταζε μακρινό όνειρο, αλλά έστω με προσαρμογές, με υποκαταστάσεις, με συμβιβασμούς, θα εξακολουθούσες να ακούς παιδικές φωνές στους δρόμους, μουσικές φωνές στους συναυλιακούς χώρους και βρεφικά κλάματα στα μαιευτήρια, αντί να ακούς τον αντίλαλο από την αυστηρή και επικριτική φωνή της συνείδησής σου.

Το θέμα είναι να προλάβεις μη σου φύγουν οι κάτοικοι. Η πόλη που ήθελες να χτίσεις είναι στα χέρια σου. Και με τις ατέλειες της πάλι η πόλη σου θα είναι. Αρκεί να υπάρχουν κάτοικοι για να ζεις από τα συναισθήματά τους.

Σε επόμενο κείμενο (ρεαλιστική, επιστημονική προσέγγιση)