5 Οκτ. 2019

Γενικά Στοιχεία για τον Καρκίνο του Μαστού

Ο καρκίνος λέγεται ότι δεν αποτελεί μία νόσο, αλλά διαφορετικές μεταξύ τους παθήσεις και αυτή είναι μια πραγματικότητα, γιατί υπάρχουν τεράστιες διαφορές τόσο μεταξύ των ποικίλων μορφών του καρκίνου, όσο και μεταξύ των κυττάρων του ίδιου όγκου. Εκεί βασίζεται και η δυσκολία στην αντιμετώπιση του καρκίνου, αφού τα κύτταρα του ίδιου όγκου έχουν διαφορετική ανταπόκριση στις διάφορες θεραπείες. Αυτό που αποτελεί κοινό στοιχείο, είναι ότι ο καρκίνος προκαλείται από τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό κλώνων του ίδιου κυττάρου. Η κακοήθης νεοπλασία είναι μια γενετική ασθένεια. Προκαλείται από τη συσσώρευση επιζήμιων μεταλλάξεων στο γονιδίωμα κατά τη διάρκεια της ζωής ενός οργανισμού. Η καρκινογένεση αναγνωρίζεται ως μια πολυεπίπεδη, σταδιακή διαδικασία κατά την οποία μια σειρά γενετικών μεταβολών στα κύτταρα θα οδηγήσουν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καρκινικού κυττάρου. 

Το κλασικό μοντέλο της ανάπτυξης ενός όγκου περιλαμβάνει 3 διαφορετικά στάδια, την έναρξη, την προαγωγή και την πρόοδο. Η έναρξη είναι η διαδικασία μέσω της οποίας σημαντική βλάβη στο DNA του κυττάρου γίνεται μόνιμη, χωρίς να αντιμετωπιστεί από τα συστήματα ασφαλείας του κυττάρου. Κατά την προαγωγή, επιγενετικοί παράγοντες επηρεάζουν εκλεκτικά τον πολλαπλασιασμό των αρχικών κυττάρων. Τέλος στην πρόοδο, επιπλέον διαφοροποιήσεις και γονιδιακές ποικιλομορφίες μετατρέπουν τη συνολική μάζα των κυττάρων σε καρκινική. Στην πραγματικότητα βέβαια αυτό που φαίνεται να συμβαίνει, είναι μια παράλληλη διαδικασία των παραπάνω γεγονότων, χωρίς να ακολουθούνται τόσο ξεκάθαρα βήματα. Όσο προχωράει η παραπάνω αλληλουχία διαδικασιών, τόσο και προστίθενται αφύσικες ιδιότητες στα κύτταρα, όπως είναι η ικανότητά τους να ξεγελάνε το ανοσοποιητικό σύστημα, η ιδιότητά να μην ανταποκρίνονται σε σήματα αναστολής της ανάπτυξης, να παράγουν δικό τους αγγειακό σύστημα, να διηθούν γειτονικά κύτταρα και φυσικά η πιο φονική ιδιότητα τους, η ικανότητά τους δηλαδή να ταξιδεύουν σε απομακρυσμένες περιοχές και να σχηματίζουν και εκεί αποικίες καρκινικών κυττάρων.

Ο καρκίνος του μαστού προκύπτει από την ανώμαλη ανάπτυξη των κυττάρων του και είναι η πιο συχνή μορφή καρκίνου στις γυναίκες. Το αρχικό στάδιο του καρκίνου του μαστού αποτελεί η μη διηθητική μορφή ή όπως αλλιώς ονομάζεται in-situ (στάδιο Ο) στο οποίο τα παθολογικά κύτταρα περιέχονται μέσα στα λοβία ή τους πόρους, δεν έχουν διασπάσει τη βασική μεμβράνη και επομένως δεν έχουν διηθήσει το φυσιολογικό μαστικό ιστό. Τα υπόλοιπα στάδια (I-IV) αποτελούν τον αποκαλούμενο διηθητικό καρκίνο (80% του συνόλου), στον οποίο τα κύτταρα έχουν διασπάσει τη βασική μεμβράνη και αναπτύσσονται στον υπόλοιπο μαστικό ιστό. Υπάρχουν περίπου 21 διαφορετικοί ιστολογικοί επί μέρους τύποι και τουλάχιστον 4 διαφορετικές μοριακές μορφές που διαφοροποιούνται τόσο σε επίπεδο κινδύνου εμφάνισης, συχνότητας εμφάνισης, ανταπόκρισης στο επίπεδο της θεραπείας αλλά και ως προς την πρόγνωση. 

Τα τεστ γονιδιακής έκφρασης έχουν οδηγήσει στην καλύτερη κατανόηση των μοριακών τύπων του καρκίνου και στην εξειδικευμένη αντιμετώπιση. Για την εύρεση του αντίστοιχου τύπου, χρησιμοποιούνται βιολογικοί δείκτες στους οποίους συμπεριλαμβάνονται η παρουσία ή όχι υποδοχέων ορμονών (οιστρογόνων και προγεστερόνης), τα επίπεδα εμφάνισης των υποδοχέων του ανθρώπινου επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (HER 2), η ύπαρξη επιπλέον αντιγράφων των γονιδίων HER2 και τα επίπεδα του Ki67 o οποίος είναι ένας δείκτης που φανερώνει τη δυναμική των κυττάρων να πολλαπλασιάζονται. Δεν είναι σκοπός αυτής της παρουσίασης οι περισσότερες λεπτομέρειες για τις επί μέρους μοριακές κατηγορίες, αλλά είναι δεδομένο πως αυτός ο μοριακός έλεγχος πρέπει να πραγματοποιείται, γιατί καθορίζει μαζί με το στάδιο εμφάνισης της νόσου, το κατάλληλο θεραπευτικό πρωτόκολλο.

Η πρόγνωση του διεισδυτικού καρκίνου του μαστού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το στάδιο της νόσου. Συνήθως χρησιμοποιείται το σύστημα ΤΝΜ, στο οποίο το Τ αντιπροσωπεύει τη μάζα του αρχικού όγκου, το Ν την ύπαρξη ή όχι  μεταστάσεων ή μικρομεταστάσεων στους λεμφαδένες και το Μ την ύπαρξη ή όχι μεταστάσεων σε άλλα μέρη του σώματος. Ανάλογα με την επιστημονική πρόοδο και τα νεότερα ερευνητικά δεδομένα που προκύπτουν, αυτή η αξιολόγηση συνεχώς αναθεωρείται ώστε να είναι όσο πιο κατάλληλη γίνεται για τον καθορισμό της αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης.   

Ο καρκίνος του μαστού περιγράφεται ως αρχικός, αν ο όγκος δεν έχει μεταφερθεί πέρα από το στήθος και αν δεν υπάρχουν μεταστάσεις στους μασχαλιαίους λεμφαδένες. Αυτός ο τύπος καρκίνου είναι χειρουργήσιμος, συνήθως θα εφαρμοστεί και ακτινοθεραπεία, ενώ ανάλογα με τον μοριακό τύπο πιθανά να χρειαστεί και άλλου είδος συστηματικής θεραπείας (ορμονοθεραπεία, χημειοθεραπεία). Τοπικά ανεπτυγμένος καρκίνος είναι αυτός στον οποίο τα καρκινικά κύτταρα έχουν εξαπλωθεί σε γειτονικούς ιστούς ή σε λεμφαδένες. Στην πλειοψηφία των ασθενών αυτού του σταδίου η αντιμετώπιση ξεκινάει με συστηματική θεραπεία και στη συνέχεια λαμβάνεται η απόφαση για τη χρησιμότητα χειρουργικής επέμβασης. Ο μεταστατικός καρκίνος του μαστού έχει το χαρακτηριστικό της εξάπλωσής των καρκινικών κυττάρων σε άλλα σημεία του σώματος, είναι αντιμετωπίσιμος αλλά όχι πλήρως θεραπεύσιμος. Έχει επομένως τεράστια σημασία σε ποιο στάδιο θα ανακαλυφθεί ο καρκίνος και για αυτό πολύ μεγάλο ρόλο διαδραματίζει η χρήση κατάλληλων μέσων ελέγχου και πρώιμης ανίχνευσης του.

Η πλειοψηφία των περιπτώσεων με καρκίνο στο μαστό εμφανίζονται σε περιοχές αναπτυγμένες και βιομηχανοποιημένες. Οι ίδιες περιοχές παρόλα αυτά έχουν και τα χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας. Ο συνδυασμός αυτών των δύο, εξηγείται πιθανά από το γεγονός ότι στις αναπτυγμένες χώρες υπάρχουν κατάλληλα προγράμματα και απεικονιστικές μέθοδοι πρόληψης και ανίχνευσης των καρκίνων του μαστού στα αρχικά στάδια, τότε που οι νεοπλασίες είναι  περισσότερο αντιμετωπίσιμες. Ταυτόχρονα στις αναπτυγμένες περιοχές η ποιότητα της παροχής υπηρεσιών υγείας είναι καλύτερη και επομένως οι θεραπείες είναι πιο αποτελεσματικές.

Ο καρκίνος του μαστού δεν παράγει συμπτώματα όταν ο όγκος είναι μικρός και ευκολότερα αντιμετωπίσιμος, και εξαιτίας αυτούς ο έλεγχος αποκτάει μεγαλύτερη αξία. Αυτό που συνήθως συμβαίνει στα αρχικά στάδια είναι η εμφάνιση ενός όζου, μιας μάζας που δεν προϋπήρχε. Τις περισσότερες φορές ο καρκινικός όζος είναι ανώδυνος, είναι σκληρός και έχει ανώμαλα όρια, όμως πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις. Εξαιτίας αυτού η εύρεση οποιασδήποτε νέας μάζας στη στήθος πρέπει να οδηγεί στον έλεγχο της από τον εξειδικευμένο μαστολόγο. Άλλα πιθανά συμπτώματα του καρκίνου στο μαστό είναι οίδημα ολόκληρού ή τμήματος του στήθους, πόνος, δερματικές αλλαγές, διαφοροποιήσεις στη θηλή, έκκριση αίματος από τη θηλή και πρησμένοι λεμφαδένες. Παρά το γεγονός ότι αυτά τα συμπτώματα μπορεί να προκληθούν και από άλλες αιτίες, αν εντοπιστούν πρέπει άμεσα να αναφερθούν στο εξειδικευμένο γιατρό.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, κάθε χρόνο περισσότερες από 1.6 εκατομμύρια γυναίκες διαγιγνώσκονται με καρκίνο στο μαστό. Έχει υπολογιστεί ότι 1 στις 8 γυναίκες θα τον εμφανίσει κάποια στιγμή στη ζωή της, ενώ στην Ελλάδα κάθε χρόνο 6.000 νέα περιστατικά διαγιγνώσκονται, με την αναλογία να είναι 43,9 γυναίκες στις 100.000 όταν η αντίστοιχη συχνότητα στο σύνολο της Ευρώπης είναι 71,1 στις 100.000 γυναίκες. 

Από τη σύντομη αναφορά στα γενικά στοιχεία, εύκολα μπορεί κάποιος να εξάγει το συμπέρασμα της μεγάλης σημασίας της πρόληψης και της έγκαιρης και πρόωρης διάγνωσης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό κάθε γυναίκα να γνωρίζει τι έχει να αντιμετωπίσει, να αποκαλυφθεί η πραγματικότητα του καρκίνου του μαστού, έτσι να μπορεί ευκολότερα και αποτελεσματικότερα να συμμετέχει ενεργητικά τόσο στην πρόληψη όσο και στην πορεία της αντιμετώπισης.

Στο επόμενο κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με τη σημασία που έχει ο συχνός και κατάλληλος έλεγχος. Αλλά πριν συνεχίσουμε, σας παραθέτουμε παρακάτω δύο ηλεκτρονικές διευθύνσεις οι οποίες υπολογίζουν μέσω αξιόπιστων ιατρικών ευρημάτων και υπολογισμούς από διάφορα προσωπικά δεδομένα, τις πιθανότητες που έχει μια γυναίκα να νοσήσει από καρκίνο στο μαστό στην επόμενη πενταετία. 

Το πρώτο εργαλείο είναι το Breast Cancer Risk Assessment Tool και το συμπληρώνετε στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.cancer.gov/bcrisktool. Το συγκεκριμένο τεστ δε μπορεί να υπολογίζει με ακρίβεια την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε γυναίκες που διαθέτουν τα γονίδια BRCA1 ή BRCA2, σε γυναίκες που έχουν ιστορικό καρκίνου του μαστού και σε γυναίκες που ανήκουν σε άλλες υποκατηγορίες τις οποίες μπορείτε να βρείτε μέσα στην ιστοσελίδα.

Το δεύτερο τεστ που χρησιμοποιείται από την Bright Pink, η οποία είναι οργάνωση υγείας του στήθους και των ωοθηκών μπορείτε να το βρείτε στη διεύθυνση  https://www.assessyourrisk.org.

Θα πρέπει πάντα να θυμάστε ότι τα τεστ είναι ένας ανεπίσημος υπολογισμός πιθανοτήτων και όσο αξιόπιστος και αν είναι, ποτέ δε μπορεί να υπολογίσει την πραγματικότητα της ζωής. Επομένως είναι μια χρήσιμη ένδειξη για το γιατρό, αλλά δεν αντικαθιστά τους απαραίτητους ελέγχους, ούτε αποκλείει το ενδεχόμενο να εμφανιστεί μαστικός καρκίνος σε γυναίκα η οποία στο τεστ έβγαλε ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό πιθανής εμφάνισης.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αmerican cancer society, (2017),  Βreast cancer facts and figures, 2017-2018 Αtlanta: cancer society inc
  • Cleeland, C.S.; Bennett, G.J.; Dantzer, R.; Dougherty, P.M.; Dunn, A.J.; Meyers, C.A.; Miller, A.H.; Payne, R.; Reuben, J.M.; Wang, X.S.; et al. (2003), Are the symptoms of cancer and cancer treatment due to a shared biologic mechanism? A cytokine-immunologic model of cancer symptoms. Cancer,, 97, 2919–2925
  • Khuwaja G. A., Abu-Rezq A. N. (2004), Bimodal breast cancer classification system, Pattern Analysis and application, 7:235–242
  • Osborne C., Wilson P., Tripathy D. (2004), Oncogenes and tumor suppressor genes in breast cancer. Potential diagnostic and therapeutic applications, The oncologist, 4:361–377
  • Rubin Philip, (2001), Clinical Oncology : A Multi- Disciplinary Approach for Physicians & Students, 8th edition, Saunders
  • Stanton, A.L., Danoff-Burg, S., Cameron, C.L., Bishop, M., Collins, C.A., Kirk, S.B., Sworowski, L.A., & Twillman, R. (2000). Emotionally expressive coping predicts psychological and physical adjustment to breast cancer, Journal of Consulting and Clinical Psychology, 68, 875–882
  • Tannock I., Bristow R., Harrington L., (2005), The basic science of oncology, 4th edition, McGraw-Hill medical Publishing Division
  • Thorac J., (2014), Dis., Jun; 6(6): 589–590
  • Torre, L. A., et al. (2016). “Global Cancer Incidence and Mortality Rates and Trends--An Update.” Cancer epidemiology, biomarkers & prevention : a publication of the American Association for Cancer Research, cosponsored by the American Society of Preventive, Oncology 25(1): 16-27
  • Weiss Marisa, Ruderman Joan, (2011), Think Pink, Live Green conference, booklet
  • Zagouri Flora,  Theodoros N. SergentanisAlexandra TsigginouConstantine DimitrakakisGeorgeC.ZografosMeletios-Athanassios Dimopoulos, and Theodora Psaltopoulou, Cardoso, F., et al., (2018), Female breast cancer in Europe: statistics, diagnosis and treatment modalities,  “Primary breast cancer: ESMO Clinical Practice Guidelines for diagnosis, treatment and follow-up.” Annals of oncology : official journal of the European Society for Medical Oncolog
  • Zucca-Matthes Gustavo, Cícero Urban, André Vallejo, (2016), Anatomy of the nipple and breast ducts, Gland Surg., 5(1): 32–36
  • Σπαντιδος Δ., (1992), Μοριακή και κυτταρική ογκολογία, Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας