13 Οκτ. 2019

Αιτιολογία και πρόληψη καρκίνου του μαστού

H ευαισθησία του στήθους της γυναίκας στην ανάπτυξη καρκίνου, οφείλεται πιθανά στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο σχηματίζεται, αναπτύσσεται και λειτουργεί. Η διαδικασία της ανάπτυξης του στήθους προσφέρει τις βάσεις για τη μελλοντική υγεία του.

Μέσα από τη διαδικασία της ανάπτυξης και του πολλαπλασιασμού, το DNA πρέπει να αντιγραφεί ώστε να παραχθούν καινούργια μαστικά κύτταρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, τα κύτταρα του μαστού όπως και τα υπόλοιπα κύτταρα του σώματος, μπορεί να αναπτύξουν γενετικές ανωμαλίες που ονομάζονται μεταλλάξεις. Κάποιες από αυτές τις μεταλλάξεις είναι ύποπτες για το ρόλο τους στην ανάπτυξη καρκίνου του μαστού.

Ο μαστικός ιστός είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος μεταξύ της περιόδου της ολοκλήρωσης της ανάπτυξης του και της πρώτης ολοκληρωμένης εγκυμοσύνης. Ακόμη και αν ο μαστός εξωτερικά φαίνεται πλήρως σχηματοποιημένος, εσωτερικά υπάρχουν κύτταρα που δε θα ωριμάσουν μέχρι την πρώτη ολοκληρωμένη εγκυμοσύνη. Αυτό που έχει σημασία σε αυτή τη διαδικασία είναι ότι τα ανώριμα κύτταρα είναι περισσότερο δραστήρια και αντιδραστικά στις ορμόνες από ότι τα ώριμα κύτταρα.

Αν θέλαμε να αναφέρουμε τους παράγοντες οι οποίοι συσχετίζονται με την εμφάνιση καρκίνου του μαστού θα μπορούσαμε να τους χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες, αυτούς που μπορούν να τροποποιηθούν και όσους δε μπορούν να ελεγχθούν. Υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ο προσδιορισμός των παραγόντων κινδύνου στην πλειοψηφία των καρκίνων του μαστού είναι αδύνατος.  Οι δύο βασικοί παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με τον καρκίνο του μαστού είναι το γυναικείο φύλο και η ηλικία. Υπάρχουν και άλλοι αιτιολογικοί παράγοντες οι οποίοι δεν είναι ελεγχόμενοι όπως το γενετικό υπόβαθρο, το οικογενειακό ιστορικό καθώς και η τάση κάποιων γυναικών να εμφανίζουν καλοήθεις διαταραχές των μαστών. Είναι δεδομένο πως αναφερόμενοι στις αιτίες οι οποίες οδηγούν στον καρκίνο του μαστού, ουσιαστικά αναφερόμαστε και στην πρόληψη του, στις περιπτώσεις στις οποίες οι παράγοντες δυνητικά μπορούν να ελεγχθούν.

Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά τις αιτίες που σχετίζονται με την ανάπτυξη καρκίνου του μαστού.

Οι σημερινές γυναίκες ζουν περισσότερο από ποτέ. Κατά μέσο όρο οι γυναίκες ζουν περίπου 30 χρόνια παραπάνω από όσο ζούσαν πριν έναν αιώνα. Και ενώ αυτό για το γενικό πληθυσμό είναι ένα πολύ θετικό νέο, δεν είναι θετικό νέο για το στήθος. Η γήρανση είναι ο κύριος παράγοντας εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Η ανομοιογένεια της συχνότητας εμφάνισης μεταξύ των γυναικών πριν και μετά την εμμηνόπαυση είναι δεδομένη. Τα γονίδια μας με το πέρασμα του χρόνου είναι πιθανότερο να αναπτύξουν επιβλαβείς μεταλλάξεις και είναι λιγότερο αποτελεσματικά στο να διορθώσουν τις γενετικές βλάβες. Αν σταματήσουν να λειτουργούν σημαντικά γονίδια, τότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης του καρκίνου.

Η ηλικία έναρξης της περιόδου όπως και αυτή της έναρξης της εμμηνόπαυσης χρησιμοποιούνται για να υπολογιστούν τα αναπαραγωγικά χρόνια μιας γυναίκας. Σε αυτή την περίοδο οι ωοθήκες παράγουν στεροειδείς ορμόνες που επηρεάζουν τη λειτουργία του στήθους. Παρά το γεγονός ότι τα οιστρογόνα είναι απαραίτητα γα την ανάπτυξη, σε κάποιες περιπτώσεις ενισχύουν την εμφάνιση κάποιων μορφών καρκίνου. Η μακροχρόνια επίδραση αυξημένων επιπέδων ενδογενών ορμονών αυξάνουν τα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού στις γυναίκες που βρίσκονται είτε πριν είτε μετά την εμμηνόπαυση. Αυτό συμβαίνει στους ορμονοεξαρτώμενους καρκίνους, σε αυτούς στους οποίους  βρίσκεται μεγάλο ποσοστό θετικών υποδοχέων οιστρογόνων (ER) και προγεστερόνης (PR). Τις τελευταίες 2 δεκαετίες πολλά κορίτσια ξεκινάνε πολύ νωρίς την εφηβεία τους, ακόμη και στα 7 τους χρόνια, κάτι αρνητικό για διάφορους λόγους.  Όσο νωρίτερα σχηματίζεται το στήθος και επομένως για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα εκτίθεται σε διεγερτικούς και ύποπτους παράγοντες, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. O κίνδυνος καρκίνου του μαστού αυξάνεται κατά 5% ανά έτος μικρότερης ηλικίας εμφάνισης περιόδου και 2,9% για κάθε έτος που καθυστερεί η εμμηνόπαυση.     

Η γέννηση παιδιών σε μεγαλύτερη ηλικία έχει βρεθεί ότι αυξάνει το ποσοστό εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Κάτι τέτοιο συσχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης ορμονοεξαρτώμενων όγκων. Μελέτες βρήκαν ότι πρώτη εγκυμοσύνη μετά τα 30 έτη αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης ορμονοεξαρτώμενων καρκίνων κατά 27% σε σχέση με εγκυμοσύνες σε μικρότερη ηλικία. Επιπλέον οι αλλαγές στα πρότυπα γεννήσεων (λιγότερα παιδιά και μεγαλύτερη ηλικία μητέρων) τις τελευταίες δεκαετίες μπορεί να επηρεάσουν τα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού στο μέλλον. Γυναίκες οι οποίες δεν έχουν γεννήσει παιδιά έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού, καθώς εμφανίζουν περισσότερους κύκλους περιόδου στη ζωή τους. Αντίθετα γυναίκες οι οποίες είχαν τουλάχιστον 3 εγκυμοσύνες οι οποίες έφτασαν μέχρι την 34η εβδομάδα, παρουσιάζουν κατά 37,7%  λιγότερες πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Η επίδραση του θηλασμού σε σχέση με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού είναι ένα θέμα που συζητιέται έντονα. Υπάρχουν αυξημένες ενδείξεις ότι ο θηλασμός μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης καρκινώματος στο στήθος. Υπάρχουν αναφορές ότι ο θηλασμός μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού κατά 39%, και ότι το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σχετίζεται με μείωση της τάξεως του 53%. Ο μειωμένος κίνδυνος του καρκίνου του μαστού εξαιτίας του θηλασμού έχει φυσιολογική βάση καθώς ο θηλασμός ειδικά αν είναι αποκλειστικός, αυξάνει το χρονικό διάστημα στο οποίο η γυναίκα δεν έχει ωορρηξία και περίοδο. Ο θηλασμός σχετίζεται ειδικά με έναν τύπο καρκίνου του μαστού ο οποίος ονομάζεται τριπλά αρνητικός (αρνητικός σε υποδοχείς οιστρογόνων, προγεστερόνης και επιδερμικούς παράγοντες ανάπτυξης 2) και ο οποίος έχει άσχημη πρόγνωση και συμβαίνει κυρίως σε μικρότερης ηλικίας γυναίκες. Ο θηλασμός μειώνει επίσης τον καρκίνο των ωοθηκών σε γυναίκες που είχαν την εμπειρία δύο ολοκληρωμένων εγκυμοσύνων και θήλασαν το κάθε παιδί τουλάχιστον για 6 μήνες.

Ένα πολύ σημαντικό κομμάτι γύρω από την αιτιολογία και την πρόληψη του καρκίνου του μαστού έχει να κάνει με τις εξωγενείς ορμόνες, είτε αυτές χρησιμοποιούνται για ιατρικούς λόγους, είτε στα προϊόντα κοσμητικής και προσωπικής φροντίδας.

Στην αξιολόγηση της δράσης φαρμακευτικών σκευασμάτων ως ανθρώπινα καρκινογόνα, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις για τη συσχέτιση των αντισυλληπτικών χαπιών και της θεραπείας για τον έλεγχο της εμμηνόπαυσης με τον καρκίνο στο μαστό. Οι έρευνες συνδέουν την αυξημένη χρονικά χρήση αντισυλληπτικών με την ανάπτυξη όγκων, αλλά δεν είναι γνωστό αν όλα τα σκευάσματα προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα. Επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν ότι η επίδραση των αντισυλληπτικών είναι ακόμη εντονότερη σε φορείς των μεταλλαγμένων γονιδίων BRCA1 και BRCA2, κάτι που εξηγεί τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στο μαστό σε γυναίκες νεαρής ηλικίας που ξεκίνησαν νωρίς τη χρήση αντισυλληπτικών.

Υπάρχει ένας τεράστιος αριθμός γυναικών που χρησιμοποιούν καθημερινά προϊόντα φροντίδας με στόχο τη βελτίωση της φυσικής εμφάνισης. Οι έρευνες που ασχολούνται με τη συσχέτιση των συστατικών των καλλυντικών και τον καρκίνο του μαστού, είναι ουσιαστικά ελάχιστες. Διάφορες ουσίες (parabens που λειτουργούν σαν συντηρητικά, phthalates στα αρώματα και για τη διατήρηση χρωμάτων, συνθετικά αρώματα, αλουμίνιο στα αρώματα,  τα κραγιόν και κάποιες οδοντόπαστες, φορμαλδεΰδη σε σαπούνια, κρέμες και σκληρυντικό νυχιών , ουσίες που λειτουργούν σαν φίλτρο για την υπεριώδη ακτινοβολία κυρίως στα αντηλιακά, σιλοξάνες στις κρέμες σώματος, αιθανολαμίνες για τον έλεγχο του pH σε πληθώρα προϊόντων) είναι μόνο μερικά παραδείγματα από το μεγάλο αριθμό χημικών συστατικών που χρησιμοποιούνται στην κοσμητική και την προσωπική φροντίδα και λειτουργούν σαν παράγοντες διαταραχής του ενδοκρινικού συστήματος. Επιδημιολογικές και τοξικολογικές μελέτες υποστηρίζουν την άποψη ότι οι συγκεκριμένες ουσίες μιμούνται τα οιστρογόνα. Η καθημερινή έκθεση επομένως σε αυτές τις δυνητικά τοξικές ουσίες, οδηγεί σε ορμονικές ανισσόροπες, διαταραχές του κυτταρικού πολλαπλασιασμού, τοξικές επιδράσεις στο γενετικό υλικό και υπερπαραγωγή κολλαγόνου. Εξαιτίας αυτών των δεδομένων, η πρόγνωση για τις περισσότερες σύγχρονες γυναίκες που καταναλώνουν καλλυντικά είναι ζοφερή όσον αφορά τη καρκινογένεση του μαστού, διότι οι παραπάνω ουσίες αλληλεπιδρούν με τα επίπεδα οιστρογόνων στο σώμα και οδηγούν σε αλλαγές του μαστικού ιστού, συσχετιζόμενες με τον καρκίνο του μαστού.

Η πιο συχνή αποδεδειγμένη αιτία ανάπτυξης καρκίνου του μαστού είναι διάφοροι κληρονομικοί και γενετικοί παράγοντες. Περίπου το 5-10% των περιπτώσεων καρκίνου του μαστού φαίνεται να είναι κληρονομικές, προκαλούμενες από γενετικές αλλαγές (μεταλλάξεις), κληρονομήσιμες από τον ένα γονέα. Μεταλλάξεις στα ογκοκατασταλτικά γονίδια BRCA1 και BRCA2 κληρονομούνται με το αυτοσωμικό επικρατές πρότυπο και είναι η πιο συχνή αιτία κληρονομικού καρκίνου του μαστού.  Το παθολογικό γονίδιο μπορεί να κληρονομηθεί είτε από τη μητέρα, είτε από τον πατέρα. Γυναίκες, με συγγενή πρώτου βαθμού με καρκίνο στο μαστό, έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να αναπτύξουν και οι ίδιες. Ο κίνδυνος είναι περίπου 5 φορές μεγαλύτερος σε γυναίκες που έχουν μητέρα και αδερφή με καρκίνο στο μαστό, καθώς και σε γυναίκες με συγγενή που διαγνώστηκε με καρκίνο στο μαστό πριν το 50ο έτος της ηλικίας. Οι γυναίκες με κληρονομικό καρκίνο στο μαστό τον αναπτύσσουν νεότερες από το μέσο όρο. Μεταλλάξεις σε άλλα γονίδια (PTEN, CDH1, TP53, STK11) επιτρέπουν επίσης την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και πολλαπλασιασμό των κυττάρων, όμως είναι λιγότερο συχνές αιτίες κληρονομικού καρκίνου στο μαστό. 

Η παχυσαρκία είναι μια επιδημία της σύγχρονης ζωής και ένας αποδεδειγμένος παράγοντας συσχέτισης με τον καρκίνο του μαστού. Τα τελευταία 30 χρόνια η συχνότητα της παχυσαρκίας στις ΗΠΑ παιδιών και εφήβων έχει τριπλασιαστεί. Περίπου το 20% των κοριτσιών μεταξύ των ηλικιών 12 και 19 είναι παχύσαρκα. Το επιπλέον βάρος και η παχυσαρκία αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού με πολλούς τρόπους. Η υπερκατανάλωση τροφής αυξάνει το σωματικό λίπος, το οποίο με τη σειρά του παράγει οιστρογόνα. Το λίπος επίσης συλλέγει και αποθηκεύει πολλά επιβλαβή στοιχεία από το περιβάλλον τα οποία εξίσου δρουν σαν οιστρογόνα. Η πρόσληψη μεγάλων δόσεων από τροφές υψηλής θερμιδικής αξίας σε καθημερινή βάση, υπάρχει πιθανότητα να πυροδοτήσουν παρόμοιες αλλαγές. Αυτή η επιπλέον ορμονική δραστηριότητα μπορεί να οδηγήσει στην αυξημένη ανάπτυξη του στήθους, πιθανά αυξάνοντας τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Η παχυσαρκία επίσης συνδέεται με χρόνια φλεγμονή των κυττάρων και των ιστών. Η φλεγμονή παράγει χημικές ουσίες που μπορούν να καταστρέψουν τα κύτταρά κάνοντας δυσκολότερο για το ανοσοποιητικό σύστημα να λειτουργήσει φυσιολογικά ώστε να θεραπεύσει τη βλάβη. Μη επιδιορθωμένη κυτταρική βλάβη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Από το σύνολο των καρκίνων του μαστού που διαγνώστηκαν το 2012, το 10% φαίνεται να αποδόθηκε στον υψηλό δείκτη μάζας σώματος (≥ 25 kg/m2 ). Το περίεργο είναι ότι ενώ το αυξημένο βάρος μετά την εμμηνόπαυση προάγει την ανάπτυξη καρκίνου του μαστού, πριν την εμμηνόπαυση λειτουργεί προστατευτικά. Η διαφοροποίηση αυτή αν τελικά αποδειχτεί έγκυρη, πιθανά οφείλεται στις διαφορετικές επιδράσεις των ορμονών στην κυτταρική δραστηριότητα των κυττάρων του μαστού. Πριν την εμμηνόπαυση το λίπος προκαλεί διαταραχές στις ωοθήκες, πιθανά και μείωση των κύκλων της περιόδου και επομένως λιγότερη έκθεση των μαστών στα οιστρογόνα. Μετά την εμμηνόπαυση η υπερβολική ποσότητα λιπώδους ιστού, παράγει οιστρογόνα τα οποία κυκλοφορούν ελεύθερα στο σώμα και αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού.

Ο μοντέρνος τρόπος ζωής έχει μειώσει τη φυσική μας δραστηριότητα, με πολλές ώρες εργασία και χαλάρωση μπροστά την τηλεόραση ενώ παράλληλα μετακινούμαστε όλο και λιγότερο με τα πόδια.  Πολλοί από εμάς δεν ασκούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να βοηθήσουμε την υγεία μας. Η φυσική άσκηση φαίνεται να προστατεύει από την εμφάνιση καρκίνου του μαστού μετά την εμμηνόπαυση, ενώ οι ενδείξεις για προστασία πριν την εμμηνόπαυση είναι περιορισμένες. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η καθιστική ζωή φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού είναι η αυξημένη ποσότητα του σωματικού λίπους, ο μεταβολισμός των ενδογενών στεροειδών ορμονών και η αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Έρευνες έχουν προσδιορίσει ότι η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας αυξάνει τον κίνδυνο του καρκίνου του μαστού κατά 33%.   

Η πυκνότητα του μαστού έχει συσχετιστεί με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Μετα-ανάλυση έχει δείξει ότι πυκνότητα του μαστού πάνω από 5%, σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου και μάλιστα όσο πιο πυκνός ο μαστός τόσο αυξημένα είναι και τα ποσοστά. Μικρότερες γυναίκες (ηλικία 40–49 ετών) με πυκνούς μαστούς διατρέχουν σχεδόν διπλάσιο ποσοστό εμφάνισης καρκίνου από γυναίκες με λιγότερη πυκνότητα. Αν αναλύσουμε τα δεδομένα σε όλες τις ηλικίες θα δούμε ότι γυναίκες με πυκνό μαστό εμφανίζουν 4-6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού από τις υπόλοιπες. Η πυκνότητα του μαστού σχετίζεται με την ηλικία, το γυναικολογικό ιστορικό, το δείκτη μάζας σώματος, ορμονικές θεραπείες και γενετική προδιάθεση. Πέρα από το γεγονός ότι ένας πυκνός μαστός αυξάνει τον κίνδυνο για καρκίνο, μειώνει και την ευαισθησία της μαστογραφίας, επομένως δυσκολεύει την πρόωρη του ανίχνευση. 

Οι καταχρήσεις στο τσιγάρο και το ποτό έχουν μια μικρή συσχέτιση με αυξημένα ποσοστό εμφάνισης καρκίνου του μαστού.  Τα ευρήματα για το κάπνισμα δεν είναι ξεκάθαρα αλλά φαίνεται ότι το τσιγάρο αυξάνει σε μικρό ποσοστό τον κίνδυνο. Τα κάπνισμα επηρεάζει με δύο τρόπους, μέσω της άμεσης επίδρασης των τοξικών του ουσιών στα κύτταρα και μέσω της διαταραχής της διαδικασίας της επούλωσης. Κάποιες έρευνες έχουν δείξει ότι το κάπνισμα πριν τη γέννηση του πρώτου παιδιού αυξάνουν τις πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι καπνιστές έχουν 12% περισσότερες πιθανότητες εμφάνισης καρκίνου του μαστού από όσους δεν κάπνισαν ποτέ ή από όσους το σταμάτησαν και ότι οι πρώην καπνιστές εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά σε σχέση με όσους δεν κάπνισαν ποτέ. Το δεδομένο είναι το γεγονός πως το κάπνισμα είναι από τους λίγους παράγοντες που σχετίζονται με τον καρκίνο και τον οποίο μπορεί μια γυναίκα να ρυθμίσει απόλυτα. Η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών από την άλλη έχει συσχετιστεί άμεσα με την εμφάνιση καρκίνου στο στήθος και μάλιστα υπάρχει μια σχέση ποσότητας κατανάλωσης και αύξησης κινδύνου. Υπάρχουν έρευνες που δείχνουν πως το αλκοόλ κάνει περισσότερο ευαίσθητους τους υποδοχείς οιστρογόνων μέσα στο μαστό. Επίσης έρευνες αναφέρουν ότι τα υψηλά επίπεδα αλκοόλ μειώνουν τη δυνατότητα χρήσης του φολικού οξέως. Μια in vitro μελέτη έδειξε ότι το αλκοόλ αύξησε τον οφειλόμενο στα οιστρογόνα πολλαπλασιασμό των κυττάρων ακόμη και χωρίς την ύπαρξη των οιστρογόνων. Για κάθε επιπλέον ποτήρι αλκοόλ την ημέρα ο κίνδυνος αυξάνεται κατά 6,3% στις γυναίκες πριν την εμμηνόπαυση και 8,1% στις γυναίκες μετά στην εμμηνόπαυση.  

Οι άνθρωποι μετά τη βιομηχανική επανάσταση βρίσκονται σε άμεση επαφή με περιβαλλοντικούς ρύπους (εκτός και εντός σπιτιού, μόλυνση του αέρα, αρωματικά χώρου, καθαριστικά). Αυτά τα χημικά έχουν ανιχνευτεί στον ανθρώπινο μαστικό ιστό σε συγκεντρώσεις που είναι λειτουργικά ικανές να μιμηθούν τη δραστηριότητα των οιστρογόνων και να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού. Η ευρύτατη χρήση συνθετικών χημικών έχει αυξήσει σημαντικά τα ποσοστά εμφάνισης τοξικών ουσιών μέσα στα σώματά μας. Η επίδραση αυτών των ουσιών στην υγεία του μαστού δεν έχει διερευνηθεί πλήρως, αλλά τα δεδομένα που έχουν προκύψει δεν είναι ενθαρρυντικά. Κάποιοι ρύποι καταστρέφουν άμεσα το γενετικό μας υλικό. Άλλοι μιμούνται τα οιστρογόνα ή διακόπτουν τη φυσιολογική ορμονική λειτουργία και οδηγούν σε διαταγμένη ανάπτυξη των κυττάρων του μαστού. Αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, συνήθως εμφανίζεται με την έκθεση του μαστού σε χημικά προϊόντα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής του. Επομένως τα κυήματα όσο είναι ακόμη στη μήτρα και τα κορίτσια στην εφηβεία είναι ένας ιδιαίτερα ευαίσθητος πληθυσμός στην επίδραση των ορμονικών ενεργών ρύπων. 

Υπάρχουν διάφοροι άλλοι παράγοντες οι οποίοι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο έχουν συσχετιστεί με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Έτσι γυναίκες οι οποίες έχουν εμφανίσει καρκίνο στο μαστό έχουν αυξημένα ποσοστά να εμφανίσουν μια υποτροπή σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.  Ο σύγχρονος τρόπος ζωής με το αυξημένο άγχος και τον περιορισμένο χρόνο ύπνου είναι ένας παράγοντας που διαδραματίζει αρνητικό ρόλο.  Το αυξημένο άγχος οδηγεί σε αυξημένα ποσοστά κορτιζόλης, τα οποία σχετίζονται με αυξημένα επιπέδα γλυκόζης αίματος, διακυμάνσεις του βάρους, και μειωμένη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Η συσχέτιση μεταξύ εμπειρίας αρνητικών ψυχολογικών συμβάντων και κινδύνου εμφάνισης καρκίνου του μαστού, παραμένει ένα ιδιαίτερα αμφισβητούμενο θέμα, η σχέση όμως αυτή θα μπορούσε βιολογικά να είναι πιθανή μέσω ανοσοκατασταλτικής ρύθμισης, βλαβών στο DNA και λανθασμένη διόρθωσή τους, επιρροή στις ενδοκρινικές παραμέτρους, αναστολή της απόπτωσης και εμφάνιση σωματικών μεταλλάξεων. Ο ύπνος από την άλλη μεριά είναι απαραίτητο στοιχεία για να διατηρηθεί ισχυρό το ανοσοποιητικό σύστημα και να επισκευαστούν οι βλάβες της ημέρας. Ο περιορισμένος ύπνος σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα μελατονίνης η οποία είναι απαραίτητη για το φυσιολογικό πολλαπλασιασμό των κυττάρων και έχει αντιοξειδωτική και αντικαρκινική δράση. Υπάρχουν έρευνες που σχετίζουν τη βραδινή βάρδια για τις γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Η έκθεση στην ακτινοβολία (Χ ή γ) είναι επίσης ένας παράγοντας που σχετίζεται με αυξημένα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του μαστού ιδιαίτερα αν η έκθεση γίνει στην εφηβεία. Η ιονίζουσα ακτινοβολία επηρεάζει το γενετικό υλικό των κυττάρων και επομένως μπορεί να προάγει μια μετάλλαξη η οποία θα αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου. Η επίδραση των διατροφικών συνηθειών στον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου του μαστού είναι ετερογενής, αμφιλεγόμενη και ασαφής. Διάφορες έρευνες προσπάθησαν να συσχετίσουν τις τροφές με τον καρκίνο του μαστού αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν πειστικά. Αν σκεφτούμε όμως τους μηχανισμούς ανάπτυξης του καρκίνου του μαστού, η διατροφή θα μπορούσε να επηρεάσει κάθε στάδιο καρκινογένεσης, από τη βλάβη στο DNA και την κυκλοφορία ενδογενών ορμονών, μέχρι την παρουσία τοξικών ουσιών. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η λήψη ανθυγιεινής τροφής επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα επομένως έμμεσα αυξάνει το ρίσκο εμφάνισης καρκίνου του μαστού. Αυτό που έχει μεγάλη σημασία σε σχέση με τη διατροφή, είναι η ανάγκη να διατηρείται το κατάλληλο σωματικό βάρος με στόχο ο δείκτης μάζας σώματος να είναι μεταξύ  18,5–24,9. Τέλος εμφανίζεται μια σύνδεση μεταξύ μειωμένης ποσότητας βιταμίνης D προσληφθείσας από τη διατροφή και αύξησης του κινδύνου για καρκίνο του μαστού.

Ο καρκίνος του μαστού όπως προαναφέραμε, είναι μια σύνθετη, ετερογενής νόσος με διάφορες μορφές, ανάλογα με τους υποδοχείς ορμονών και ποικιλία  χαρακτηριστικών σε κυτταρικό και μοριακό επίπεδο. Είναι λογικό η κάθε μορφή να επηρεάζεται από διαφορετικές αιτίες. Αυτό που φαίνεται όμως να ισχύει είναι ότι υπάρχει ένας συνδυασμός παραγόντων και ότι μηχανισμοί κινδύνου πρέπει να αντιμετωπιστούν ολιστικά. Όσο πιο ενεργητική είναι μια γυναίκα στο να προστατεύσει τον εαυτό της, τόσο περισσότερο μειώνει τις πιθανότητες να νοσήσει από καρκίνο στο μαστό.  

 

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αmerican cancer society, breast cancer facts and figures,(2017),2017-2018 atlanta:cancer society inc

Chowdhury R, Sinha B, Sankar MJ, et al., (2015), Breastfeeding and maternal health outcomes: a systematic review and metaanalysis. Acta Paediatr., 104(467):96-113

Cleeland, C.S et al., (2003),  Are the symptoms of cancer and cancer treatment due to a shared biologic mechanism? A cytokine-immunologic model of cancer symptoms. Cancer, 97, 2919–2925

Cordina-Duverger et al. (2018), Night shift work and breast cancer: a pooled analysis of population-based case–control studies with complete work history, European Journal of Epidemiology, 33(3)

Darbre, P. D. and Charles, A. K., (2010), Environmental Oestrogens and Breast Cancer: Evidence for Combined Involvement of Dietary, Household and Cosmetic Xenoestrogens, Anticancer Research, 30: 815 -828

Dieli-Conwright CM, Orozco BZ., (2015), Exercise after breast cancer treatment: current perspectives. Breast Cancer (Dove Med Press), 7:353-62.

Gaudet MM, Gapstur SM, Sun J, Diver WR, Hannan LM, Thun MJ, (2013), Active smoking and breast cancer risk: original cohort data and meta-analysis, J Natl Cancer Inst., 105(8):515–25

Gram IT, Bremnes Y, Ursin G, Maskarinec G, Bjurstam N, Lund E, (2005), Percentage density, Wolfe’s and Tabár’s mammographic patterns: agreement and association with risk factors for breast cancer, Breast Cancer Res., 7(5):R854–61

Grosse Y, Baan R, Straif K, Secretan B, El Ghissassi F, Bouvard V, et al., (2009),  WHO International Agency for Research on Cancer Monograph Working Group, A review of human carcinogens–Part A: pharmaceuticals, Lancet Oncol., 10(1):13–4.

Gou YJ, Xie DX, Yang KH, et al., (2013), Alcohol consumption and breast cancer survival: a meta-analysis of cohort studies. Asian Pac J Cancer Prev,14:4785-90

Islami F, Liu Y, Jemal A, et al., (2015), Breastfeeding and breast cancer risk by receptor status--a systematic review and meta-analysis,  Ann Oncol. 26(12):2398-407

Kruk Joanna, Lifestyle Components and Primary Breast Cancer Prevention,  Lifestyle Components and Primary Breast Cancer Prevention  15 (24), 10543-10555

Lacey JV Jr, Kreimer AR, Buys SS, et al, (2009), Breast cancer epidemiology according to recognized breast cancer risk factors in the prostate, lung, colorectal and ovarian (PLCO) cancer screening trial cohort., BMC Cancer, 9, 84

Lee IM, Shiroma EJ, Lobelo F, Puska P, Blair SN, Katzmarzyk PT; Lancet Physical Activity Series Working Group, (2012), Effect of physical inactivity on major non-communicable diseases worldwide: an analysis of burden of disease and life expectancy, Lancet, 380(9838):219–29.

Marsden, Paul,  (1999), Review of Thought Contagion: How Belief Spreads through Society., Journal of Artificial Societies and Social Simulation

McCormack V, dos Santos Silva I., (2006), Breast density and parenchymal patterns as markers of breast cancer risk: a meta analysis., Cancer Epidemiol Biomarkers Prev, 15:1159e69

Myers et al., (2014), Estrogenic and anti-estrogenic activity of off-the-shelf hair and skin care products, Journal of Exposure Science and Environmental Epidemiology, 1–7

Psaltopoulou Theodora,Cardoso, F., et al., (2018) [in press])., “Primary breast cancer: ESMO Clinical Practice Guidelines for diagnosis, treatment and follow-up.”, Annals of oncology : official journal of the European Society for Medical Oncology

Rubin Philip, (2001), Clinical Oncology : A Multi- Disciplinary Approach for Physicians & Students,   8th edition, Saunders

Stanton, A.L., Danoff-Burg, S., Cameron, C.L., Bishop, M., Collins, C.A., Kirk, S.B., Sworowski, L.A., & Twillman, R., (2000), Emotionally expressive coping predicts psychological and physical adjustment to breast cancer, Journal of Consulting and Clinical Psychology, 68, 875–882

Tannock I., Bristow R., Harrington L., (2005), The basic science of oncology, 4th edition, McGraw-Hill medical Publishing Division

Thrasher Cole, (2016), How Can Cosmetics Cause Breast Cancer?, International journal of scientific and technology research, 5, 11, 189-191

Weiss Marisa and Ruderman J., (2011), Think Pink, Live Green conference, booklet

Zagouri Flora , Theodoros N. SergentanisAlexandra TsigginouConstantine DimitrakakisGeorge C. ZografosMeletios-Athanassios Dimopoulos,and Theodora Psaltopoulou, Cardoso, F., et al., (2018) [in press])., “Primary breast cancer: ESMO Clinical Practice Guidelines for diagnosis, treatment and follow-up.”, Annals of oncology : official journal of the European Society for Medical Oncology

Σπαντίδος Δ., (1992), Μοριακή και κυτταρική ογκολογία, Ιατρικές εκδόσεις Λίτσας